Από την τελεολογία της Φύσης στην τεχνολογία της εξουσίας

Η έξοδος από τον παράδεισο στις ταινίες των Godard και Truffaut

[ομιλία  συνεδρίου στο πλαίσιο του μαθήματος «Ιστορία & Ουτοπία: Κατασκευή και αφήγηση της νεωτερικότητας» που οργανώθηκε από τους σπουδαστές και τον διδάσκοντα του μεταπτυχιακού μαθήματος «Ανάλυση του γραπτού και του σχεδιασμένου αρχιτεκτονικού λόγου» του προγράμματος Σχεδιασμός-Χώρος-Πολιτισμός, Ε.Μ.Πολυτεχνείου.  Διδάσκων: Παναγιώτης Τουρνικιώτης]

title.jpg

Αντικείμενο της ομιλίας μου αποτελεί η διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους παρουσιάζεται μια κοινωνία στο μέλλον, μέσα στις ταινίες Alphaville και Fahrenheit 451. Τα δύο κινηματογραφικά έργα που εξετάζονται, δημιουργούνται την ίδια χρονική περίοδο και στον ίδιο γεωγραφικό τόπο, το Παρίσι. Ένα χρόνο αργότερα, ακολουθεί η φοιτητική εξέγερση, που θα μείνει γνωστή ως Μάης του ’68 και διεκδικεί τη δική του θέση στον χάρτη των ουτοπικών σχεδιασμάτων μέσα από το αδύνατο. Οι ταινίες μπορούμε να ισχυριστούμε ότι προοιωνίζουν την έκρηξη που επρόκειτο να ακολουθήσει.

Συνέχεια

Advertisements

Λoγ[ισμ]ος και Όνειρο

 

MP2

Επιθυμία: Η τέχνη της αρχιτεκτονικής, να μπορεί να αποκρίνεται θετικά στο ερώτημα της ζωής και με αφορμή αυτήν και δι’ αυτής, ο άνθρωπος να αποκτά την ευαισθησία που με μεγάλη προθυμία προσφέρει απλόχερα και ανιδιοτελώς η τέχνη.

Η φύση, διαπιστώνει ο Kant, κρύβει μέσα της τη βαθιά σκοπιμότητα:  οδηγεί τον άνθρωπο ολοένα στην προσωπική τελειότητα και αυτό με τη σειρά του οδηγεί στο χτίσιμο μιας επιδιωκόμενης κοινωνίας. Η ανεστιότητα του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνη  -χωρίς να υποτιμάται καθόλου το πρόβλημα των αστέγων στους δρόμους στη σύγχρονη εποχή- καθώς ο άνθρωπος φαίνεται να χάνει τον προσανατολισμό του. Εάν βρεθεί αυτός, τότε θα μπορέσει ανάλογα και συνακόλουθα να λυθεί και το πρόβλημα των αστέγων. Η τέχνη, και μαζί με αυτήν η αρχιτεκτονική, ναι μεν οφείλει να διαφυλάσσει το καθήκον αυτό, αλλά μαζί τους ο άνθρωπος θα πρέπει να είναι ικανός να μπορεί να αντιλαμβάνεται το σκούντημα στον ώμο και κάθε τόσο να ανασκουμπώνεται με περισσότερη ελπίδα και όρεξη για αλλαγή. Ο τρυφηλός τρόπος ζωής, η διαρκώς αυξανόμενη τάση του ανθρώπου για απόκτηση υλικών αγαθών[1], χωρίς άμεσα πρακτικούς σκοπούς, η επίπλαστη αρετή και η πολυτέλεια του δαπανηρού φέρεσθαι, που δίνει τάχα τις μιαν ευδαιμονία, είναι τα σημεία εκείνα που ο άνθρωπος οφείλει και πρέπει να αναχαιτίσει προς όφελος του ίδιου του εαυτού και εν τέλει ολόκληρου του κόσμου. Η νιτσεϊκή αντίληψη του Valéry για την αρχιτεκτονική εν γένει, η οποία προτάσσει το «εμείς» έναντι του «εγώ» και η οποία βλέπει την αρχιτεκτονική ως τέχνη εφάμιλλη της μουσικής, είναι ένα σημείο εκκίνησης που οφείλουμε να προσέξουμε. Για να μπορέσει να μας συγκινήσει το κτήριο, όπως το πλάσμα που αγαπάμε, οφείλουμε να διαχειριστούμε την αρχιτεκτονική ως καθεστώς τέχνης και λόγου μέσα από την αυτοσυνείδητη ελευθερία[2], τη μόνη αληθινή ελευθερία, που δύναται να  καθυποτάξει τις σκαιές πτυχές της φαντασίας μας. Όλο αυτό το εγχείρημα απαιτεί μια προσπάθεια, να γνωρίζεις διαρκώς τον εαυτό σου και ταυτόχρονα να τον οικοδομείς[3], που εν τέλει αποτελεί δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο ποιητής επιμένει στην άποψη πως ο άνθρωπος δε γνωρίζει από τι εκπληκτικό εργαλείο είναι καμωμένο το σώμα του[4]. Αυτή η αυτοσυνειδησία που απαιτείται από την τέχνη έχει σαν προορισμό το απόλυτο και αληθές. Συνέχεια

Η αλήθεια ως άρνηση

Μια αναφορά στην Τέχνη

Lorrain_Claude-Ulysses_Returns_Chryseis_to_her_Father

Θέλω να καταθέσω στις επόμενες γραμμές μερικές μόνο από τις σκέψεις μου αναφορικά με την τέχνη και την αλήθεια της, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπως αυτή που διανύουμε στην οποία αφενός η τέχνη εμφανίζεται στην καλύτερη των περιπτώσεων ως ένα εμπορευματοποιημένο είδος προς απόκτηση που θα στολίσει το σαλόνι μας, ή στη χειρότερη μια ολοένα παραγκωνισμένη αξία και αφετέρου ο αμοραλισμός και η βαρβαρότητα -που σχετίζονται άμεσα με την αλήθεια- μέσα στην κοινωνία κατέχουν θέση κραταιά και ολοένα αυξανόμενη. Οι σκέψεις αυτές στο μεγαλύτερο εύρος τους έχουν την καταγωγή τους από την σκέψη του  Heidegger, ο οποίος κάποια στιγμή μέσα στην πορεία του έργου του εμφανίζει ένα κείμενο για την τέχνη το οποίο υπερβαίνει τα όρια της κλασικής Αισθητικής φιλοσοφίας που γνωρίζαμε,  για να μιλήσει εντούτοις για το πολύ γνωστό και οικείο του πεδίο της μεταφυσικής, της οντολογίας.  Συνέχεια

Δύο «Υπέροχα» χωρία

Kant

Δύο πολύ μικρά αποσπάσματα (ελαχιστότατα) που θα ‘θελα να μοιραστώ, από την τρίτη Κριτική του Ιμάνουελ Καντ, την Κριτική της Κριτικής Ικανότητας, με την οποία ολοκληρώνει το έργο της κριτικής του φιλοσοφίας. Συνέχεια

ωΒ[α]λ

icon-oval

πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε·

αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,

θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,

θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.

το αυγουστιάτικο

φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα

σα γανωμένο τεντζέρι (γι’ α

υτό που σας λέω γίνεται έτσι)

φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού –

πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.

η κάθε λέξη είναι μια έξοδος

για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,

και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.

Το νόημα της απλότητας, Παρενθέσεις (1946-1947)
Γ
ιάννης   Ρίτσος

Πρελούδιο

Η παραδοξότητα του τίτλου με οδηγεί αμέσως στην υποχρέωση να αιτιολογήσω την επιλογή του.  Μολονότι ο τίτλος παραπέμπει αρχικώς σε ένα σχήμα, ωστόσο διαθέτει κάτι περισσότερο από την αυτοαναφορική προφάνεια της πρώτης ανάγνωσής του. Ο τίτλος από ένα φαινομενικά μονοσήμαντο σχήμα, μετατρέπεται σε μια δυνητική κατάσταση περιπτώσεων, μια διάθεση να μιλήσω για τρεις συνιστώσες μέσα στο χρόνο, οι οποίες με απασχόλησαν και που η καταγραφή τους μετατράπηκε εν τέλει  σε αυτήν εδώ την εργασία. Τούτες είναι το ωραίο και η αισθητική, ο Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων του Paul Valéry και η σχέση των τεχνών κυρίως της αρχιτεκτονικής με την αλήθεια.  Συνέχεια

Έξεργο

Μέσα στα μάτια σου καθρεφτίζεται o εαυτός μου και ο χώρος που με περιβάλλει. Είσαι ο υπέροχος άλλος[1]. Θεέ μου πόσο όμορφος γίνομαι στον αντικατοπτρισμό σου!
Τι  υπέροχη αρμονία και τάξη είναι τούτη εδώ ανάμεσα σε μένα και σε σένα;
Η πόλη ξεδιπλώνεται σαν παραμύθι κι εγώ…
Βλέπω γαλάζια τη σκιά μου και το φως της πόλης ξεκάθαρο και πιο κρυστάλλινο από ποτέ. Σου δίνω να πιαστείς από το χέρι μου και ακολουθώ τα βήματα σου μες στα στενά της πόλης.
Όλη την ώρα τριγυρνάμε αμέριμνοι σε πάρκα και πλατείες, δε βαρέθηκες;
Στάσου. Συνέχεια