ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΚΑΙ ΟΥΤΟΠΙΑ

ΤΕΧΝΕΣ | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αφιέρωμα σε διπλωματικές εργασίες του ΕΜΠ της Σχολής Αρχιτεκτόνων στις Τέχνες της Καθημερινής από το Γιώργο Λιάλιο

Αφιέρωμα από τη Μάχη Τράτσα στο ΒΗΜΑ

Συνεντεύξεις στη Νάντια Κατσαρού και στο toportal

Ηλεκτρονική έκδοση της Καθημερινής 

Ο κατάλογος της έκθεσης

Το blog της έκθεσης

Η έκθεση παρουσιάστηκε στη Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά και συνδιοργανώθηκε από το ΕΜΠ και τη Δημοτική Πινακοθήκη.

Η έκθεση ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΚΑΙ ΟΥΤΟΠΙΑ αφορούσε διπλωματικές και διαλέξεις προπτυχιακές, διπλωματικές μεταπτυχιακές και ερευνητικά προγράμματα καθώς και μια φοιτητική δράση, των τελευταίων 15 ετών με κεντρικό θέμα την ευρύτερη περιοχή του Πειραιά.

Advertisements

Γαίας επ_ανάγνωσμα 

skitso_Attika

Ο αναστοχασμός γύρω από το ελληνικό τοπίο και πιο συγκεκριμένα γύρω  από την αττική γη, είναι μια διαδικασία η οποία έχει ξεκινήσει ήδη από τον προηγούμενο αιώνα και έχει απασχολήσει αρκετές γενεές ανθρώπων που κατά κύριο λόγο σχετίζονται με την τέχνη. Τόσο ποιητές, με κύριους  εκπροσώπους  τη γενιά του ΄30, όσο και ζωγράφοι και καλλιτέχνες, έχουν αναστοχαστεί γύρω από το θέμα αυτό και έχουν με τους δικούς τους τρόπους αποδώσει κάποιες σκέψεις που αφορούν το τοπίο. Τη σκυτάλη μετά τους ζωγράφους λαμβάνουν οι γλύπτες και οι αρχιτέκτονες, ενώ αργότερα οι αρχιτέκτονες τοπίου και πολεοδόμοι. Μοιάζει παράδοξο να θέλει κανείς στην ανατολή του 21ου αιώνα να μιλά ακόμη για ιερότητα του τόπου, αλλά είναι κάποια πράγματα χαραγμένα τόσο βαθιά στη συνείδηση ορισμένων «ρομαντικών» ανθρώπων, που φαίνεται ότι στο ξεδίπλωμά των σκέψεών τους παραμένουν αχρονικά και οικουμενικά. Είναι πανανθρώπινη ανάγκη να μιλά κανείς και να σέβεται τη γη που πατά, η οποία τον τρέφει και τον στηρίζει  και είναι αχρονικό (δεν έχει χρόνο και πάντα στο μέλλον θα παραμένει επίκαιρο) η τάση του ανθρώπου να παίρνει από τη γη που πατά, καρπούς και «υλικά» από αυτήν ώστε να δια-μορφώνει τη ζωή του. Συνέχεια

Οι γαίες που εξαφανίζονται

Roberto Burle Marx

όσο ένας νόμος θέτει την ύλη σε τελευταίο σκαλοπάτι,
τόσο ο νόμος αυτός τίθεται στο κεφαλόσκαλο του ηθικού λόγου και της ελευθερίας

Immanuel Kant

Πότε ένα πολιτιστικό παράδειγμα καταρρέει; Πότε ένα οικονομικό σύστημα λέμε ότι έχει περιέλθει σε παρακμή; Ερωτήσεις που μοιάζουν σύνθετες αλλά παρόλα αυτά η βάση της απάντησής τους έχει επίκεντρο τον άνθρωπο. Χωρίς καμία θέληση υπεραπλούστευσης θα έλεγα, ή καλύτερα θα υπενθύμιζα ότι ένα πολιτιστικό παράδειγμα καταρρέει, όταν παύει να εξυπηρετεί ανάγκες ζωτικής σημασίας του ανθρώπου. Ομοίως το οικονομικό σύστημα μέσα στο οποίο βρισκόμαστε, είναι φανερό ότι έχει πάψει πλέον να εξυπηρετεί ανθρώπινες υπαρκτές ανάγκες, και ολοένα γίνεται παιχνίδι χρηματιστηριακό στα χέρια των λίγων. Απόδειξή των όσων λέω, οι καθημερινά αυξανόμενοι άστεγοι στις γειτονιές του κέντρου αλλά και αλλού, οι σχεδόν καθημερινές αυτοκτονίες, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και αλλού, μολονότι πολύ ελάχιστες βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας, οι διαρκείς αγώνες των εργαζομένων για την διατήρηση κεκτημένων δεκαετιών, η απόγνωση χιλιάδων οικογενειών που ξαφνικά βρέθηκαν να χρωστάνε παντού. Συνέχεια

Λoγ[ισμ]ος και Όνειρο

 

MP2

Επιθυμία: Η τέχνη της αρχιτεκτονικής, να μπορεί να αποκρίνεται θετικά στο ερώτημα της ζωής και με αφορμή αυτήν και δι’ αυτής, ο άνθρωπος να αποκτά την ευαισθησία που με μεγάλη προθυμία προσφέρει απλόχερα και ανιδιοτελώς η τέχνη.

Η φύση, διαπιστώνει ο Kant, κρύβει μέσα της τη βαθιά σκοπιμότητα:  οδηγεί τον άνθρωπο ολοένα στην προσωπική τελειότητα και αυτό με τη σειρά του οδηγεί στο χτίσιμο μιας επιδιωκόμενης κοινωνίας. Η ανεστιότητα του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνη  -χωρίς να υποτιμάται καθόλου το πρόβλημα των αστέγων στους δρόμους στη σύγχρονη εποχή- καθώς ο άνθρωπος φαίνεται να χάνει τον προσανατολισμό του. Εάν βρεθεί αυτός, τότε θα μπορέσει ανάλογα και συνακόλουθα να λυθεί και το πρόβλημα των αστέγων. Η τέχνη, και μαζί με αυτήν η αρχιτεκτονική, ναι μεν οφείλει να διαφυλάσσει το καθήκον αυτό, αλλά μαζί τους ο άνθρωπος θα πρέπει να είναι ικανός να μπορεί να αντιλαμβάνεται το σκούντημα στον ώμο και κάθε τόσο να ανασκουμπώνεται με περισσότερη ελπίδα και όρεξη για αλλαγή. Ο τρυφηλός τρόπος ζωής, η διαρκώς αυξανόμενη τάση του ανθρώπου για απόκτηση υλικών αγαθών[1], χωρίς άμεσα πρακτικούς σκοπούς, η επίπλαστη αρετή και η πολυτέλεια του δαπανηρού φέρεσθαι, που δίνει τάχα τις μιαν ευδαιμονία, είναι τα σημεία εκείνα που ο άνθρωπος οφείλει και πρέπει να αναχαιτίσει προς όφελος του ίδιου του εαυτού και εν τέλει ολόκληρου του κόσμου. Η νιτσεϊκή αντίληψη του Valéry για την αρχιτεκτονική εν γένει, η οποία προτάσσει το «εμείς» έναντι του «εγώ» και η οποία βλέπει την αρχιτεκτονική ως τέχνη εφάμιλλη της μουσικής, είναι ένα σημείο εκκίνησης που οφείλουμε να προσέξουμε. Για να μπορέσει να μας συγκινήσει το κτήριο, όπως το πλάσμα που αγαπάμε, οφείλουμε να διαχειριστούμε την αρχιτεκτονική ως καθεστώς τέχνης και λόγου μέσα από την αυτοσυνείδητη ελευθερία[2], τη μόνη αληθινή ελευθερία, που δύναται να  καθυποτάξει τις σκαιές πτυχές της φαντασίας μας. Όλο αυτό το εγχείρημα απαιτεί μια προσπάθεια, να γνωρίζεις διαρκώς τον εαυτό σου και ταυτόχρονα να τον οικοδομείς[3], που εν τέλει αποτελεί δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο ποιητής επιμένει στην άποψη πως ο άνθρωπος δε γνωρίζει από τι εκπληκτικό εργαλείο είναι καμωμένο το σώμα του[4]. Αυτή η αυτοσυνειδησία που απαιτείται από την τέχνη έχει σαν προορισμό το απόλυτο και αληθές. Συνέχεια

Kill the_M_all

ερωτεύοντας (σ)την επανάσταση, επαναστατώντας με τον έρωτα

ερωτεύοντας (σ)την επανάσταση | επαναστατώντας με τον έρωτα

…η πόλη είναι η προβολή της κοινωνίας πάνω στο έδαφος.
Henri Lefebvre

Οι πόλεις μας δημιουργούνται σαν ένα αγγείο από πηλό. Προσθετικά και λίγο λίγο, με αργά και σταθερά βήματα (ίσως όχι πάντα τόσο σταθερά) μόνο που στην περίπτωση της πόλης, ο πλάστης δεν αποτελείται από ένα και μόνο όνομα. Είμαστε εν δυνάμει ο καθένας μας, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο. Σαφέστατα όμως, και δε νομίζω ότι χωράει αμφιβολία σε αυτό, η διαμόρφωση των πόλεων αποτελεί καταρχήν πολιτικής τάξης εγχείρημα. Η αρχιτεκτονική, η γλυπτική, η ζωγραφική έρχονται αργότερα. Έτσι ακριβώς δημιουργείται μια πόλη, αλλά στη συνέχεια εκείνη στέκεται και δέχεται το κοίταγμά μας. Εμείς διαμορφώνουμε την πόλη μας έτσι ώστε μόλις τα χρόνια περάσουν, η πόλη μας να διαμορφώσει εμάς και τους απογόνους μας. Αυτή η πολύ απλή σκέψη, συνεπάγεται κάποιας ευθύνης. Η πόλη δεν μπορεί να αποτελεί ένα «πεδίο βολής φθηνό» κατά τη διάρκεια ανοικοδόμησης της. Χρειάζεται συνέπεια και καλλιέπεια. Οι πόλεις μας είναι ικανές να αποτελούν παραδείγματα για εκείνους που θα έρθουν και να πάρουμε μαθήματα εμείς οι νεότεροι μέσω αυτής, για εκείνους που έφυγαν. Συνέχεια

Η αλήθεια ως άρνηση

Μια αναφορά στην Τέχνη

Lorrain_Claude-Ulysses_Returns_Chryseis_to_her_Father

Θέλω να καταθέσω στις επόμενες γραμμές μερικές μόνο από τις σκέψεις μου αναφορικά με την τέχνη και την αλήθεια της, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπως αυτή που διανύουμε στην οποία αφενός η τέχνη εμφανίζεται στην καλύτερη των περιπτώσεων ως ένα εμπορευματοποιημένο είδος προς απόκτηση που θα στολίσει το σαλόνι μας, ή στη χειρότερη μια ολοένα παραγκωνισμένη αξία και αφετέρου ο αμοραλισμός και η βαρβαρότητα -που σχετίζονται άμεσα με την αλήθεια- μέσα στην κοινωνία κατέχουν θέση κραταιά και ολοένα αυξανόμενη. Οι σκέψεις αυτές στο μεγαλύτερο εύρος τους έχουν την καταγωγή τους από την σκέψη του  Heidegger, ο οποίος κάποια στιγμή μέσα στην πορεία του έργου του εμφανίζει ένα κείμενο για την τέχνη το οποίο υπερβαίνει τα όρια της κλασικής Αισθητικής φιλοσοφίας που γνωρίζαμε,  για να μιλήσει εντούτοις για το πολύ γνωστό και οικείο του πεδίο της μεταφυσικής, της οντολογίας.  Συνέχεια

Από τον Leibniz στον Mies

arxetypa

έχε σπίτι όσο χωρείς και περιβόλι όσο θωρείς
Γ. Χριστοφιλάκης

Θα ήθελα να παραθέσω στο σημείωμα που ακολουθεί λίγες σκέψεις που μου γεννήθηκαν και αφορούν την αρχιτεκτονική, με αφορμή την 5η § από τη Μεταφυσική Πραγματεία του Gottfried Wilhelm Leibniz, μολονότι η πραγματεία αυτή αποτελεί μια καθαρά οντολογική σκέψη του φιλοσόφου και αναφέρεται σε θεολογικά ζητήματα. Μπορεί όμως κάποια στιγμή, να αναγνώσει κανείς προεκτάσεις και πέραν του θεολογικού ενδιαφέροντος, πολύ περισσότερο μάλιστα,  γεννιούνται οι σκέψεις αυτές με τη διαδικασία του κατεπείγοντος,  όταν διαφαίνονται μέσα στο κείμενο πράγματα τα οποία μάλλον στη σύγχρονη εποχή μοιάζουν παρηκμασμένα ή ξεχασμένα, ή όπως και να το πει κανείς παραγκωνισμένα, μιας άλλης εποχής ξεπερασμένης που δε μας αφορά. Ο Leibniz στο κείμενο του δεν προσπαθεί να αποδείξει με λογικά επιχειρήματα την ύπαρξη του Θεού όπως επιχείρησε κάποια χρόνια νωρίτερα ο Descartes, την παίρνει την ύπαρξη αυτή ως δεδομένη και προχωρεί παραπέρα στη σχέση του Θεού με τον κόσμο.

Συνέχεια