Από την τελεολογία της Φύσης στην τεχνολογία της εξουσίας

Η έξοδος από τον παράδεισο στις ταινίες των Godard και Truffaut

[ομιλία  συνεδρίου στο πλαίσιο του μαθήματος «Ιστορία & Ουτοπία: Κατασκευή και αφήγηση της νεωτερικότητας» που οργανώθηκε από τους σπουδαστές και τον διδάσκοντα του μεταπτυχιακού μαθήματος «Ανάλυση του γραπτού και του σχεδιασμένου αρχιτεκτονικού λόγου» του προγράμματος Σχεδιασμός-Χώρος-Πολιτισμός, Ε.Μ.Πολυτεχνείου.  Διδάσκων: Παναγιώτης Τουρνικιώτης]

title.jpg

Αντικείμενο της ομιλίας μου αποτελεί η διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους παρουσιάζεται μια κοινωνία στο μέλλον, μέσα στις ταινίες Alphaville και Fahrenheit 451. Τα δύο κινηματογραφικά έργα που εξετάζονται, δημιουργούνται την ίδια χρονική περίοδο και στον ίδιο γεωγραφικό τόπο, το Παρίσι. Ένα χρόνο αργότερα, ακολουθεί η φοιτητική εξέγερση, που θα μείνει γνωστή ως Μάης του ’68 και διεκδικεί τη δική του θέση στον χάρτη των ουτοπικών σχεδιασμάτων μέσα από το αδύνατο. Οι ταινίες μπορούμε να ισχυριστούμε ότι προοιωνίζουν την έκρηξη που επρόκειτο να ακολουθήσει.

Συνέχεια

Κρίση και ανθρώπινη κατάσταση υπό το πρίσμα της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας

the-ant-hill-1954

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ  |  ο ρόλος των επιστημόνων στην εποχή της κρίσης

Αλέξανδρος Θεοδωρίδης *

28/2/2015

Θα ήθελα στο πρόσωπό σας να ευχαριστήσω το πανεπιστήμιο Λευκωσίας για την τιμή που μου έκανε να είμαι σήμερα αναμεσά σας. Σεβαστοί καθηγητές, κυρίες και κύριοι, όπως ακούσατε ήδη από τον κύριο Πέτρου το θέμα της ομιλίας μου είναι : η κρίση ως ανθρώπινη κατάσταση υπό το πρίσμα της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας. Θα ξεκινήσουμε λέγοντας ότι ο λόγος περί της κρίσεως των κοινωνιών δεν είναι ασφαλώς καινούριος. Το σημειώνουμε αυτό διότι ο πολλαπλασιασμός των λόγων των ομιλούντων περί της κρίσεως τα  τελευταία χρόνια στη Δύση, δημιουργεί την εντύπωση πως η κρίση αυτή είναι μόλις των τελευταίων ετών δημιούργημα. Αυτό είναι απόρροια του γεγονότος ότι η κρίση των τελευταίων ετών είναι και οικονομική κρίση, άρα λογίζεται ως κατεξοχήν κρίση στη Δύση. Η σημερινή όμως κατάσταση είχε διαμορφωθεί ήδη από τέλη της δεκαετίας του ΄50, περίοδο κατά την οποία οι δυτικές κοινωνίες εισέρχονταν σε μία φάση απάθειας, ιδιωτικοποίησης των ατόμων, αναδίπλωσης του καθενός στο μικρό προσωπικό του κύκλο, αποπολιτικοποίησης που δεν ήταν πια συγκυριακή. Είναι αλήθεια ότι στη δεκαετία του ’60 τα κινήματα στη Γαλλία, στις ΗΠΑ, στη Γερμανία, στην Ιταλία και αλλού, τα κινήματα δηλαδή των νέων, των γυναικών, των μειονοτήτων, των οικολόγων φάνηκαν να διαψεύδουν αυτή την κατάσταση. Από τα μέσα όμως της δεκαετίας του ’70, φάνηκε πως μέσα σε όλα αυτά υπήρχε η τελευταία εκδήλωση των κινημάτων που είχαν αρχίσει με το Διαφωτισμό. Η απόδειξη είναι πως τα κινήματα αυτά δεν κινητοποίησαν παρά μικρές μονάχα μειοψηφίες του πληθυσμού.  Παρά το γεγονός ότι τράνταξαν το δυτικό κόσμο και μάλιστα μέχρις ενός  σημείου τον άλλαξαν, δεν μπόρεσαν ούτε θέλησαν να αναλάβουν το βάρος ενός θετικού πολιτικού σχεδίου. Στην εξέλιξη αυτή έπαιξαν ρόλο και ορισμένοι παράγοντες  με βαρύνουσα σημασία που διευκόλυναν την άσκηση της ισχύος από τη μεριά των κυρίαρχων στρωμάτων, η οποία δε θα είχε αντίκρισμα αν δεν είχε απέναντί της έναν πληθυσμό ολοένα και περισσότερο άτονο. Συνέχεια

Μια άλλη ανάγνωση της Αριστοτελικής μεσότητος

 Theodossios Tassios

Τελετή αναγόρευσης του ομότιμου καθηγητή του Ε.Μ.Π., Θεοδοσίου Τάσιου σε επίτιμο διδάκτορα του Ε.Κ.Π.Α.
18/12/2014

Δεν υπάρχει σχεδόν καμία ανθρώπινη στάση ή δράση που να μην αναφέρεται στη σχέση μας με τον άλλον. Δηλαδή που να μην εμπεριέχει ηθικής κατηγορίας ενεργήματα. Εξ ου και σχεδόν ολοσυμβάντος θα αναφερθώ πάλι στα Ηθικά Νικομάχεια και σας είμαι ευγνώμον εκ προοιμίου για την ευγενική προσοχή την οποία μου προσφέρετε. Ως εισαγωγή συμμερίζομαι πλήρως την άποψη (πρόσφατη) Κανναδού συναδέλφου ο ποίος είπε:  «ό,τι και να λέτε δεν τα έχουν καταλάβιε ακόμη τα Ηθικά του Αριστοτέλη». Παραδείγματος χάριν άμεσα ή έμμεσα ομολογείται ότι η αριστοτελική ρήση «μεσότης ἐστὶν ἡ ἀρετή»  ή παραείναι στριφνή, ή βρε παιδάκι μου κάπως ρηχή δε σας φαίνεται;  Μάλλον αταίριαστη για γίγαντας ηθικής φιλοσοφίας που τη διατύπωσε…  Συνέχεια

Η Κριτική Ικανότητα

η κριτική ικανότητα ως αντίστοιχη της αισθητικής κρίσης και η αναγκαστική διερεύνησή της, στο πλαίσιο της συνολικής προσπάθειας αντιμετώπισης των νοητικών διεργασιών

Architectural-Landscape-with-a-Canal

Το 1770 ο Immanuel Kant συγγράφει ένα μικρό δοκίμιο, εν είδει σημειώσεων,  με  τίτλο Παρατηρήσεις γύρω από το Αίσθημα του Ωραίου και του Υπέροχου, πιθανόν επηρεασμένος, από τον Edmund Burke, έναν Ιρλανδό εμπειριστή συγγραφέα, ο οποίος αν και πρώτιστα ασχολείται με τη συγγραφή δοκιμίων πολιτικού ενδιαφέροντος, επιχειρεί εντούτοις να διερευνήσει στο ομώνυμο έργο του το Ωραίο και το Υπέροχο. Κατά την περίοδο αυτή, ο Kant δεν έχει ξεκινήσει ακόμα τη συγγραφή του έργου του, του  αφιερωμένου στην Κριτική του Φιλοσοφία, η οποία θα αποτελέσει το επιστέγασμα μιας μακράς θεωρητικής πορείας. Το μικρό αυτό κείμενο του Kant μπορεί να αποτέλεσε ένα μικρό προσχέδιο για την τελευταία Κριτική του, την Κριτική της Κριτικής Ικανότητας (1790), αφιερωμένη στην αισθητική, που ακολουθεί την Κριτική του Καθαρού Λόγου και την Κριτική του Πρακτικού Λόγου. Επιχειρεί έτσι  να γεφυρώσει το χάσμα που διανοίχθηκε στις δύο αυτές Κριτικές, μεταξύ της Νόησης και του Λόγου. Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι ο Kant μεταχειρίζεται τον όρο «Αισθητική» για πρώτη φορά  στην Κριτική του Καθαρού Λόγου,  σε αντιδιαστολή με τον όρο Λογική για να ονομάσει εκείνο το μέρος της Κριτικής του που εξετάζει τις a priori μορφές της εποπτείας, δηλαδή τον Χώρο και τον Χρόνο. Η κριτική περίοδος διέπεται από την θεωρία του ότι η γνώση έγκειται σε παραστάσεις του εμπειρικού κόσμου. Και εδώ πρόκειται για μια επανάσταση στην φιλοσοφία ανάλογης σημασίας με το θεωρητικό κατόρθωμα του Κοπέρνικου στην φυσική επιστήμη. Ο ορισμός της γνώσης κατά την σχολαστική παράδοση αποδέχεται ως γνώση την εξίσωση/αντιστοιχία του πράγματος με το πνεύμα. Κατ’ αυτήν, η γνώση στρέφεται προς το αντικείμενο/πράγμα αυτό καθαυτό (Ding an sich). Aυτό καθαυτό σημαίνει ότι το αντικείμενο είναι αναγκαίο και απόλυτο. Ο Kant αντιστρέφει τους όρους, το αντικείμενο στρέφεται προς την γνώση, αλλά, και εδώ έγκειται η επαναστατική του άποψη, το αντικείμενο είναι μόνο παράσταση, το αντικείμενο αυτό καθαυτό παραμένει ανέφικτο για την γνώση. Συνέχεια

Η Romilly και οι σύγχρονες Τρωάδες

Troades-Epidauros

Η ελευθερία εξαρτάται ολοκληρωτικά από τη νίκη του πνεύματος
J.d R

Περιέργως πώς, μπορεί κανείς να ερωτευτεί κάποιον που απλώς δεν έζησε ποτέ μαζί του, δεν άκουσε το χρώμα της φωνής του, δεν περπάτησε ποτέ μαζί του κι όμως… πιστεύει πολύ βαθιά μέσα του ότι όλα όσα υποστηρίζει ο άνθρωπος αυτός είναι σαν να τα ‘χαν προσυμφωνήσει κάποτε σε μια άλλη ζωή που αγαπήθηκαν και σε τούτη απλώς δεν έτυχε ποτέ τους να βρεθούν, αλλά όμως παρόλα αυτά ο έρωτας στον οποίο αναφέρομαι, αφορά τον πλούτο της ψυχής και του μυαλού τους. Τα λευκά της μαλλιά, η προσήνεια του λόγου της, η ευγένεια των ρυτίδων της είναι μερικές πτυχές που μπορεί κανείς να αγαπήσει πραγματικά σε εκείνη την καθηγήτρια του παρισινού πανεπιστημίου της Σορβόνης. Την είχα γνωρίσει ένα χειμώνα σε ένα συμπόσιο και έκτοτε αγαπηθήκαμε. Μια αγάπη δηλαδή για να ακριβολογώ μονοπρόσημη. Το μόνο που μένει από κάποιον που φεύγει απ’ τη ζωή για να αγαπηθεί, είναι τα γραπτά που αφήνει πίσω του και γνωρίζεις τον πλούτο του πνεύματός του.

Συνέχεια

Αλλαγή του γηπέδου

Yannaras

Παρουσίαση βιβλίου
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΟΧΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ
Χρήστος Γιανναράς, 1/10/2013

Υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να αιτιολογηθούν, να εκτεθεί η λογική τους. Διότι αυτές οι επιφυλλίδες που δημοσιεύονται εδώ και χρόνια κάθε Κυριακή κάθε χρόνο συγκεντρώνονται σε ένα βιβλίο και αρκετά χρόνια τώρα βγαίνουν στον ΙΑΝΟ. Νομίζω επειδή ίσως είναι και έτσι φτιαγμένο στο μυαλό μου, ότι είναι ανάγκη να βρούμε τη λογική, δηλαδή πολύ απλά, πάρα πολύ απλά, γιατί ένας αναγνώστης των επιφυλλίδων να αγοράσει αυτό το βιβλίο και να το διαβάσει; Ξέρετε αυτό που λέμε φιλοσοφία, ένας από τους ορισμούς που της δίνουμε είναι η διερώτηση για το αυτονόητο. Είναι πάρα πολύ συναρπαστικό, ίσως το συναρπαστικότερο στοιχείο της είναι ακριβώς αυτό, το να διερωτάσαι για το αυτονόητο. Θα κάνω μια μικρή εισήγηση εκθέτοντας τη δική μου οπτική, τη δική μου σκέψη γιατί θα έχει μια λογική να διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο. Ας ξεκινήσουμε αποκλείοντας λόγους. Ζούμε στη χώρα μας, στην κοινωνία μας, μια πραγματική καταστροφή. Καταστροφή σε όλα τα επίπεδα, την ξέρουμε δεν είναι ανάγκη να την επισημάνουμε, απλώς να σας θυμίσω τους τίτλους, πρόκειται για οικονομική κατάρρευση, πρόκειται για διάλυση του κρατικού μηχανισμού, πρόκειται για απώλεια της εθνικής κυριαρχίας –με καταπάτηση μάλιστα βασικών όρων του ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου- δεν νοείται πουθενά σε καμία χώρα να βάζει υποθήκη κρατική περιουσία, ακόμα και εδαφική. Κι όμως αυτά έγιναν στην Ελλάδα. Ζούμε αυτήν την καταστροφή, άρα από το βιβλίο δεν πρόκειται να μάθουμε κάτι περισσότερο από αυτά τα οποία ξέρουμε και αν δεν τα ξέρουμε τότε είναι εις βάρος μας, σημαίνει ότι δεν τα ψηλαφούμε. Επίσης δεν πρόκειται να μάθει κανείς απ’ το βιβλίο, νομίζω, ποιοι είναι οι αυτουργοί γιατί και αυτό το ξέρει, το ξέρουμε όλοι, ποιοι διαχειρίστηκαν και πώς διαχειρίστηκαν τα κοινά σε αυτά τα χρόνια και γιατί η διαχείρισή τους οδήγησε σε αυτή την οδυνηρότατη για ολόκληρο το κοινωνικό σώμα καταστροφή. Η λέξη «οδυνηρός» έχει φτάσει να είναι πάρα πολύ ασθενική για να εκφράσει την πραγματικότητα. Υπάρχουν εκατομμύρια ανθρώπων στην Ελλάδα σήμερα, οι οποίοι έχουν οξύτατο πρόβλημα  επιβίωσης, είναι άνεργοι, δεν έχουν κανένα εισόδημα, ή έχει περικοπεί τόσο πολύ ώστε πραγματικά τίθεται θέμα επιβίωσης για αυτούς. Υπάρχει το πρόβλημα της ανεργίας, το οποίο δεν είναι απλώς οικονομικό, είναι κυρίως ψυχολογικό, υπαρξιακό θα έλεγα, δηλαδή ο άνεργος άνθρωπος χάνει το σκοπό της ζωής του, δε ξέρει γιατί ζει, δεν έχει νόημα η καθημερινότητά του. Η ψυχική του διάλυση είναι ένα μαρτύριο. Και οι υπαίτιοι ξέρουμε σαφώς, σαφέστατα ότι είναι οι πολιτικοί οι οποίοι προχώρησαν στον υπερδανεισμό της χώρας, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν όρια στο δανεισμό μιας χώρας κι όταν τα υπερβούμε αυτά τα όρια τότε οι συνέπειες είναι αμείλικτες, όπως και σε μια ιδιωτική επιχείρηση. Βέβαια στην περίπτωση της Ελλάδας εμφανίζεται πάρα πολύ καθαρά νομίζω, το κίνητρο του υπερδανεισμού: δεν ήταν για να συντηρηθεί η χώρα, δεν ήταν για να αναπτυχθεί η χώρα, να γίνουν έργα δημοσίου συμφέροντος, ήταν για να συντηρηθεί το πελατειακό κράτος σαφέστατα και απερίφραστα. Να διορίζονται με εκπληκτικές αμοιβές οι κομματικοί σε χιλιάδες θέσεις ειδικά δημιουργημένες για αυτήν ακριβώς τη δουλειά, για να απομυζούν το κρατικό ταμείο και η συντήρηση του πελατειακού κράτους, η οποία έχει μια δυναμική χιονοστιβάδας, οδήγησε σε αυτόν τον εξωφρενικό υπερδανεισμό με τις συνέπειας που ζούμε σήμερα. Όλα αυτά επαναλαμβάνω τρίτη φορά τα ξέρουμε όλοι και θα επαναλάβω πάλι εάν δεν τα ξέρουμε έχουμε ευθύνη. Επίσης θα τολμούσα να πω ένα δεύτερο και τις θέσεις του συγγραφέα του βιβλίου λίγο πολύ, όσοι τουλάχιστον είναι εδώ μέσα σήμερα ή όσοι θα ενδιαφερόντουσαν να πάρουν το βιβλίο, νομίζω τις ξέρουν. Συνέχεια

Λoγ[ισμ]ος και Όνειρο

 

MP2

Επιθυμία: Η τέχνη της αρχιτεκτονικής, να μπορεί να αποκρίνεται θετικά στο ερώτημα της ζωής και με αφορμή αυτήν και δι’ αυτής, ο άνθρωπος να αποκτά την ευαισθησία που με μεγάλη προθυμία προσφέρει απλόχερα και ανιδιοτελώς η τέχνη.

Η φύση, διαπιστώνει ο Kant, κρύβει μέσα της τη βαθιά σκοπιμότητα:  οδηγεί τον άνθρωπο ολοένα στην προσωπική τελειότητα και αυτό με τη σειρά του οδηγεί στο χτίσιμο μιας επιδιωκόμενης κοινωνίας. Η ανεστιότητα του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνη  -χωρίς να υποτιμάται καθόλου το πρόβλημα των αστέγων στους δρόμους στη σύγχρονη εποχή- καθώς ο άνθρωπος φαίνεται να χάνει τον προσανατολισμό του. Εάν βρεθεί αυτός, τότε θα μπορέσει ανάλογα και συνακόλουθα να λυθεί και το πρόβλημα των αστέγων. Η τέχνη, και μαζί με αυτήν η αρχιτεκτονική, ναι μεν οφείλει να διαφυλάσσει το καθήκον αυτό, αλλά μαζί τους ο άνθρωπος θα πρέπει να είναι ικανός να μπορεί να αντιλαμβάνεται το σκούντημα στον ώμο και κάθε τόσο να ανασκουμπώνεται με περισσότερη ελπίδα και όρεξη για αλλαγή. Ο τρυφηλός τρόπος ζωής, η διαρκώς αυξανόμενη τάση του ανθρώπου για απόκτηση υλικών αγαθών[1], χωρίς άμεσα πρακτικούς σκοπούς, η επίπλαστη αρετή και η πολυτέλεια του δαπανηρού φέρεσθαι, που δίνει τάχα τις μιαν ευδαιμονία, είναι τα σημεία εκείνα που ο άνθρωπος οφείλει και πρέπει να αναχαιτίσει προς όφελος του ίδιου του εαυτού και εν τέλει ολόκληρου του κόσμου. Η νιτσεϊκή αντίληψη του Valéry για την αρχιτεκτονική εν γένει, η οποία προτάσσει το «εμείς» έναντι του «εγώ» και η οποία βλέπει την αρχιτεκτονική ως τέχνη εφάμιλλη της μουσικής, είναι ένα σημείο εκκίνησης που οφείλουμε να προσέξουμε. Για να μπορέσει να μας συγκινήσει το κτήριο, όπως το πλάσμα που αγαπάμε, οφείλουμε να διαχειριστούμε την αρχιτεκτονική ως καθεστώς τέχνης και λόγου μέσα από την αυτοσυνείδητη ελευθερία[2], τη μόνη αληθινή ελευθερία, που δύναται να  καθυποτάξει τις σκαιές πτυχές της φαντασίας μας. Όλο αυτό το εγχείρημα απαιτεί μια προσπάθεια, να γνωρίζεις διαρκώς τον εαυτό σου και ταυτόχρονα να τον οικοδομείς[3], που εν τέλει αποτελεί δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο ποιητής επιμένει στην άποψη πως ο άνθρωπος δε γνωρίζει από τι εκπληκτικό εργαλείο είναι καμωμένο το σώμα του[4]. Αυτή η αυτοσυνειδησία που απαιτείται από την τέχνη έχει σαν προορισμό το απόλυτο και αληθές. Συνέχεια