Άρνηση

a.l_piraeus

Το ποίημα Άρνηση είναι το πέμπτο της πρώτης ποιητικής συλλογής Στροφή του Γιώργου Σεφέρη και εκδίδεται το 1931. Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης θα το μελοποιήσει στο Παρίσι, ενώ το 1962 ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης θα χαρίσει τη φωνή του στους στίχους αυτούς και έτσι κάθε τόσο το τραγούδι θα ζωντανεύει στα αυτιά όλων των Ελλήνων στους οποίους και θα έχει χαριστεί για πάντα. Το ποίημα όμως αντίθετα με την μεγάλη υποδοχή που του επιφύλαξε το κοινό της δεκαετίας του ’60 χάνει δύο πολύ βασικά στοιχεία του. Στον κόσμο γίνεται γνωστό ως: «στο περιγιάλι το κρυφό» και στη συνέχεια η τελευταία στροφή του ποιήματος δέχεται ίσως κριτικές άδικα διότι πολλοί είναι εκείνοι που θα υποστηρίξουν ότι «όχι, δεν πήραμε τις ζωές μας λάθος». Συνέχεια

Ξαναδιαβάζοντας τον Ευπαλίνο

«…όσο περισσότερο βυθίζομαι
σε στοχασμούς για την τέχνη μου,
τόσο περισσότερο την εξασκώ.
Όσο συλλογίζομαι και ενεργώ,
τόσο πονώ και χαίρομαι σαν αρχιτέκτων.»

Τις ώρες εκείνες που βρίσκομαι κοντά στη θάλασσα για να αποβάλλω από πάνω την αδάμαστη ζέστη που με βία επιτάσσει ο καλοκαιρινός καιρός τέτοιους μήνες, χαζεύω περπατώντας στην ακροθαλασσιά την ομορφιά των βράχων. Κάπου κάπου βρίσκω κάτι ενδιαφέρον, το παίρνω στα χέρια μου, το εξετάζω, μπορεί και να το θαυμάσω. Μπορεί και να πάρει ώρες πολλές, να ψάχνομαι μόνος ανάμεσα στα βράχια, ώσπου να βρω κάτι που να ευχαριστήσει τις αισθήσεις μου, το βαθύτατο εγώ μου. Δεν πετυχαίνει πάντα αυτή η έρευνα.  Έτσι κι έγινε τυχαία μια μέρα, καθώς κρατούσα στα χέρια μου ένα περίεργο κοχύλι και διαρκώς θαύμαζα τη Φύση και τη ζήλευα, της απέδιδα τον χαρακτηρισμό ο καλύτερος αρχιτέκτονας. Είναι το ίδιο περίεργο όστρακο που βρήκε κάποτε ο Σωκράτης όταν νεαρός περπατούσε στα μέρη της θάλασσας και αυτό το… περίεργο αντικείμενο τον έκανε τελικώς να επιλέξει το δρόμο της Γνώσης έναντι της κατασκευής, όπως μας περιγράφει γλαφυρά ο Βαλερύ, σχεδόν αυτοβιογραφικά, στο μικρό του έργο Ευπαλίνο.

Συνέχεια