Κρίση και ανθρώπινη κατάσταση υπό το πρίσμα της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας

the-ant-hill-1954

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ  |  ο ρόλος των επιστημόνων στην εποχή της κρίσης

Αλέξανδρος Θεοδωρίδης *

28/2/2015

Θα ήθελα στο πρόσωπό σας να ευχαριστήσω το πανεπιστήμιο Λευκωσίας για την τιμή που μου έκανε να είμαι σήμερα αναμεσά σας. Σεβαστοί καθηγητές, κυρίες και κύριοι, όπως ακούσατε ήδη από τον κύριο Πέτρου το θέμα της ομιλίας μου είναι : η κρίση ως ανθρώπινη κατάσταση υπό το πρίσμα της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας. Θα ξεκινήσουμε λέγοντας ότι ο λόγος περί της κρίσεως των κοινωνιών δεν είναι ασφαλώς καινούριος. Το σημειώνουμε αυτό διότι ο πολλαπλασιασμός των λόγων των ομιλούντων περί της κρίσεως τα  τελευταία χρόνια στη Δύση, δημιουργεί την εντύπωση πως η κρίση αυτή είναι μόλις των τελευταίων ετών δημιούργημα. Αυτό είναι απόρροια του γεγονότος ότι η κρίση των τελευταίων ετών είναι και οικονομική κρίση, άρα λογίζεται ως κατεξοχήν κρίση στη Δύση. Η σημερινή όμως κατάσταση είχε διαμορφωθεί ήδη από τέλη της δεκαετίας του ΄50, περίοδο κατά την οποία οι δυτικές κοινωνίες εισέρχονταν σε μία φάση απάθειας, ιδιωτικοποίησης των ατόμων, αναδίπλωσης του καθενός στο μικρό προσωπικό του κύκλο, αποπολιτικοποίησης που δεν ήταν πια συγκυριακή. Είναι αλήθεια ότι στη δεκαετία του ’60 τα κινήματα στη Γαλλία, στις ΗΠΑ, στη Γερμανία, στην Ιταλία και αλλού, τα κινήματα δηλαδή των νέων, των γυναικών, των μειονοτήτων, των οικολόγων φάνηκαν να διαψεύδουν αυτή την κατάσταση. Από τα μέσα όμως της δεκαετίας του ’70, φάνηκε πως μέσα σε όλα αυτά υπήρχε η τελευταία εκδήλωση των κινημάτων που είχαν αρχίσει με το Διαφωτισμό. Η απόδειξη είναι πως τα κινήματα αυτά δεν κινητοποίησαν παρά μικρές μονάχα μειοψηφίες του πληθυσμού.  Παρά το γεγονός ότι τράνταξαν το δυτικό κόσμο και μάλιστα μέχρις ενός  σημείου τον άλλαξαν, δεν μπόρεσαν ούτε θέλησαν να αναλάβουν το βάρος ενός θετικού πολιτικού σχεδίου. Στην εξέλιξη αυτή έπαιξαν ρόλο και ορισμένοι παράγοντες  με βαρύνουσα σημασία που διευκόλυναν την άσκηση της ισχύος από τη μεριά των κυρίαρχων στρωμάτων, η οποία δε θα είχε αντίκρισμα αν δεν είχε απέναντί της έναν πληθυσμό ολοένα και περισσότερο άτονο.

Έχουμε λοιπόν τη σταδιακή και στη συνέχεια την ταχεία κατάρρευση των αριστερών ιδεολογιών, τον θρίαμβο της καπιταλιστικής και καταναλωτικής κοινωνίας, τη βαθύτατη κρίση των σημασιών της σύγχρονης κοινωνίας. Όλα αυτά συγκροτούν μια κρίση βεβαίως του νοήματος. Αυτή μάλιστα η κρίση έκανε κάποιους θεωρητικούς να μιλούν για την είσοδο των κοινωνιών σε μια φάση αποσύνθεσής τους. Καθώς αυτό που υπάρχει σε μια κρίση είναι αντίθετα στοιχεία τα οποία αντιμάχονται μεταξύ τους, ενώ αυτό που χαρακτήριζε τις κοινωνίες ήταν η εξαφάνιση των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων.

Σήμερα είναι περισσότερο από εμφανές ότι οι περισσότερες αντιθέσεις που δομούσαν τον πολιτικό κόσμο μέχρι πρόσφατα πλέον δεν υπάρχουν. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αντιτιθέμενα προγράμματα, ούτε συμμετοχή του κόσμου σε πολιτικούς αγώνες, ή έστω σε κάποια πολιτική δραστηριότητα. Σε κοινωνικό επίπεδο δεν έχουμε μόνο τη γραφειοκρατικοποίηση του συνδικαλισμού, αλλά και την εξαφάνιση των κοινωνικών αγώνων. Η αποσύνθεση όμως των κοινωνιών γίνεται φανερή κυρίως μέσα από την εξαφάνιση των πολιτικών σημασιών και το σχεδόν απόλυτο ξεθώριασμα των αξιών. Κι αυτό απειλεί την επιβίωση των ίδιων των κοινωνιών. Όταν κεντρική αξία των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών είναι το χρήμα, το κέρδος, μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν είναι ποτέ δυνατόν μια κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί και να αναπαράγεται μόνο σε αυτή τη βάση. Συναφώς η κρίση της σύγχρονης οικογένειας, αλλά και του εκπαιδευτικού συστήματος επιδεινώνουν την κατάσταση. Ιδιαιτέρως θλιβερή είναι η κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος το οποίο συνεχίζει εδώ και δεκαετίες να βρίσκεται σε μια φάση διάλυσης. Η κρίση του είναι ασφαλώς κρίση περιεχομένου, δηλαδή κρίση του προγραμμάτων σπουδών και κρίση του στόχου προς τον οποίον καταρτίζονται τα προγράμματα, αλλά και κρίση της εκπαιδευτικής σχέσης. Ο παραδοσιακός τύπος της αναντίρρητης αυθεντίας έχει ασφαλώς γκρεμιστεί. Αλλά νέοι τύποι όπως δάσκαλος συμμαθητής για παράδειγμα, δεν καταφέρνουν ούτε να διαμορφωθούν, ούτε να αναγνωριστούν, ούτε να διορθωθούν. Όμως όλες οι διαπιστώσεις θα παρέμειναν αφηρημένες αν δεν τις συσχετίζαμε με την πιο εξόφθαλμη και εκτυφλωτική εκδήλωση της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος, δηλαδή με το γεγονός ότι ούτε οι δάσκαλοι ούτε οι μαθητές ενδιαφέρονται πια για αυτό που συμβαίνει μέσα στο σχολείο σαν τέτοιο και οι μετέχοντες δεν επενδύουν πια στην παιδεία ως παιδεία. Πώς θα μπορούσε όμως να συμβαίνει αλλιώς, όταν το νεαρό άτομο προέρχεται από μια παραπαίουσα οικογένεια συχνάζει ή όχι σε ένα σχολείο που το βλέπει σαν αγγαρεία και βρίσκεται μπροστά σε μια κοινωνία που όλες οι αξίες και οι νόρμες έχουν λίγο πολύ αντικατασταθεί από το βιοτικό επίπεδο, την οικονομική επιφάνεια, την άνεση και την κατανάλωση. Ούτε θρησκεία, ούτε πολιτικές ιδέες, ούτε κοινωνική αλληλεγγύη με κάποια τοπική ή εργασιακή κοινότητα. Αν δεν περιθωριοποιηθεί – ναρκωτικά, εγκληματικότητα, χαρακτηρολογική αστάθεια –  του μένει η βασιλική οδός της ιδιώτευσης, που μπορεί αν θέλει να την εμπλουτίσει με μια ή πολλές προσωπικές μανίες. Το κλασικό εκπαιδευτικό σύστημα τρεφόταν εκ των άνω από τη ζωντανή κουλτούρα της εποχής του. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα δυστυχώς. Η σημερινή κουλτούρα έχει γίνει ένα μείγμα μοντερνιστικής  απάτης και μουσειακότητας. Η κουλτούρα του παρελθόντος δεν είναι πια ζωντανή μέσα στην παράδοση, αλλά αντικείμενο κοσμικής και τουριστικής περιέργειας που ρυθμίζεται από τις μόδες.

Οι δυτικές κοινωνίες εγκατεστημένες λοιπόν σε μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας, γίνονται ολοένα και περισσότερο υβριστικές. Αυθαδιάζουν συμμαχώντας με μια τεχνο-επιστήμη και καταστρέφουν το γήινο περιβάλλον με ανυπολόγιστες συνέπειες. Απαξιώνουν την πολιτική, αρνούνται να δουν τη δημοκρατία σαν ένα καθεστώς αυτοθέσμισης και αποζητούν εγγυήσεις εξωκοινωνικές. Υποβαθμίζουν τις αξίες που έθρεψαν το δημιουργικό πολιτικό πράττειν και το σκεπτόμενο πράττειν και αναγνωρίζουν τις ελευθερίες ως συμπλήρωμα του μηχανισμού των ατομικών οράσεων. Μέσω μιας ανέξοδης ρητορικής εκποιούν μέσα από μια ριζική στρέβλωση των σημασιών την ικμάδα της ελληνοδυτικής παράδοσης. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η γενικευμένη φθορά που παρατηρούμε σήμερα στο σύγχρονο πολιτικοοικονομικό σύστημα, δεν είναι περιφερειακό φαινόμενο, αλλά έχει γίνει δομικό χαρακτηριστικό ενδογενές στο σύστημα της κοινωνίας που ζούμε.

Κυρίες κύριοι, αγγίζουμε έτσι εδώ έναν θεμελιώδη παράγοντα γνωστό στους μεγάλους πολιτικούς στοχαστές του παρελθόντος και παντελώς άγνωστο κατ’ έναν περίεργο τρόπο στους σημερινούς. Τη στενή δηλαδή συνάφεια ανάμεσα σε ένα κοινωνικό καθεστώς και στον ανθρωπολογικό τύπο, ή φάσμα τέτοιων τύπων, που είναι αναγκαίος για να λειτουργήσει αυτό το καθεστώς. Οι περισσότεροι από αυτούς τους τύπους τους οποίους ο καπιταλισμός κληρονόμησε από τις προγενέστερες ιστορικές περιόδους και του επέτρεπαν μέσα από τη θετικότητά τους να λειτουργεί, σήμερα πια δεν υπάρχουν. Ακόμη και ο ανθρωπολογικός τύπος που δημιούργησε ο ίδιος ο καπιταλισμός, ο επιχειρηματίας δηλαδή, τείνει να εκλείψει. Αντικαθίσταται από διευθυντικές γραφειοκρατίες και κερδοσκόπους. Γιατί αλήθεια να πασχίζει κανείς να παράγει και να πουλήσει, τη στιγμή που μια σωστή κίνηση με τα επιτόκια στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ή αλλού, μπορεί να αποφέρει μέσα σε λίγα τεράστια κέρδη; Αν όμως για να δημιουργηθεί ένας ατομικός κοινωνικός εαυτός απαιτείται η ύπαρξη κάποιων χώρων και αυτοί οι χώροι δεν υπάρχουν πια, ή βρίσκονται σε κρίση και ταυτοχρόνως δεν αναδύεται κανένα σύνολο κοινωνικών σημασιών που να μπορεί να αναλάβει το ξεπέρασμα της κρίσης , τότε πρέπει να δεχτούμε ότι η κρίση διεισδύει σε ένα κεντρικό στοιχείο του κοινωνικό εξανθρωπισμού.  Δηλαδή στη διαδικασία της ταύτισης. Αυτό όμως σημαίνει ότι πρόκειται για κρίση συνολική.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν, υιοθετώντας την οπτική του Καστοριάδη, από κάποιες αναγνωρίσεις αναγκαίες. Κάθε κοινωνία λοιπόν δημιουργεί το δικό της κόσμο. Δημιουργώντας ακριβώς τις ιδιαίτερες σημασίες της, αυτό το σύνολο δηλαδή των σημασιών που συνυφαίνονται παραδείγματος χάριν με την εμφάνιση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο ρόλος τώρα αυτών των σημασιών είναι τριπλός. Πρώτον αυτές δομούν τις γενικές παραστάσεις του κόσμου, χωρίς τις οποίες δε μπορεί να υπάρξει ανθρώπινο ον. Οι δομές αυτές είναι κάθε φορά συγκεκριμένες. Ο δικός μας κόσμος δεν είναι βέβαια ο μεσαιωνικός κόσμος. Δεύτερον υποδεικνύουν τους σκοπούς του πράττειν, επιβάλλουν τι πρέπει να γίνουν και τι δεν πρέπει να γίνουν, τι είναι καλό να γίνει και τι δεν είναι καλό να γίνει. Τρίτον που είναι και το πιο δύσκολο να εντοπιστεί, θέτουν και τους χαρακτηριστικούς τύπους αισθημάτων μιας κοινωνίας. Ο Μαρξ παραδείγματος χάριν περιέγραψε άριστα το σύνολο των αισθημάτων με θεσμισμένη υπόσταση στον καπιταλισμό. Μίλησε παραδείγματος χάριν για διαρκή ανησυχία, για συνεχή αλλαγή, για τη δίψα του καινούριου για το καινούριο και του περισσότερου για το περισσότερο. Η εγκαθίδρυση αυτών των τριών διαστάσεων, δηλαδή παραστάσεις, σκοποί και αισθήματα, συμβαδίζει κάθε φορά με τη συγκεκριμενοποίησή τους μέσα από κάθε είδους επί μέρους μεσολαβητικούς θεσμούς. Και φυσικά μέσα από την πρώτη ομάδα που περιβάλλει το άτομο ˙ την οικογένεια και στη συνέχεια από μια ολόκληρη σειρά γειτνιάσεων που περιλαμβάνονται τοπολογικά τη μία μέσα στην άλλη, ή αλληλοτέμνονται. Τις άλλες οικογένειες δηλαδή, τη φυλή, την τοπική κοινότητα, τον εργασιακό χώρο, το έθνος κλπ. Ακριβώς με τη μεσολάβηση αυτών των θεσμών κατασκευάζεται κάθε φορά ένας ιδιαίτερος τύπος ατόμου.

Ο αρχαίος Έλληνας του 5ου αιώνα π.Χ δεν είναι βεβαίως ο Έλληνας του 21ου αιώνα μ.Χ. Οι διαφορές αυτές δεν είναι κοινότοπες. Απορρέουν από το σύνολο των στοιχείων που το συγκροτούν. Των όσων σκέφτεται, των όσων θέλει, αγαπά και μισεί. Και ταυτόχρονα δημιουργείται μια κυψέλη κοινωνικών ρόλων που ο καθένας τους είναι απαραδόξως αυτάρκης και παράλληλα συμπληρωματικός στον άλλον.  Δούλος – ελεύθερος, άνδρας – γυναίκα. Από τις σημασίες όμως που κατασκευάζει και θεσμίζει κάθε κοινωνία, η σπουδαιότερη είναι χωρίς αμφιβολία αυτή που αφορά την ίδια. Δεν υπάρχει κοινωνία η οποία δεν αυτοτίθεται ως κάτι. Αυτό το κάτι δεν είναι ένα απλό συνηθισμένο κατηγόρημα, ούτε μια αφομοίωση σε ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, φυσικό ή άλλο. Η κοινωνία θέλει και θέτει τον εαυτό της θεωρώντας τον ως ξεχωριστό και ανεπανάληπτο. Τίθεται ως υπερφυσική ουσία, η οποία όμως είναι αρκετά εντοπίσιμη, λεπτομερής ικανή να αναπαρασταθεί χάρη σε κατηγορήματα που αποτελούν το αντίκρισμα των κοινωνικών σημασιών, οι οποίες δίνουν στην κοινωνία και στη συγκεκριμένη κοινωνία βέβαια, τη συνοχή της. Τα άτομα ανήκουν στην κοινωνία, επειδή μετέχουν ακριβώς στις κοινωνικές σημασίες της. Στις αξίες, στους μύθους, στις παραστάσεις, στα προτάγματα, στις παραδόσεις της. Και επειδή θέλουν και αυτά, είτε το ξέρουν, είτε όχι να ανήκουν σε αυτή την κοινωνία και βέβαια να τη διαιωνίζουν. Όλα αυτά αποτελούν προφανώς τμήματα της θέσμισης της κοινωνίας γενικά, αλλά και της θεωρούμενης εκάστοτε κοινωνίας. Τα άτομα είναι οι μόνοι πραγματικοί και συγκεκριμένοι φορείς της έτσι όπως διαπλάστηκαν, κατασκευάστηκαν από τους θεσμούς, δηλαδή από άλλα άτομα που και αυτά ήταν φορείς των ίδιων δεσμών και των σχετικών τους συμβάσεων. Πράγμα που σημαίνει ότι κάθε άτομο οφείλει να είναι φορέας κατά την χρείαν ικανός, αυτής της αυτοπαράστασης της κοινωνίας. Ας τονίσουμε εδώ ότι αυτό είναι ζωτική προϋπόθεση και για την ψυχική ύπαρξη του μεμονωμένου ατόμου. Εκτός από αυτό όμως και πολύ πιο σημαντικό για τη σημερινή κατάσταση αποτελεί ζωτική προϋπόθεση για την ύπαρξη της ίδιας της κοινωνίας. Το «είναι κάτι» του ατόμου δε μπορεί να εντοπιστεί κα κυρίως δεν αποκτά νόημα και περιεχόμενο, παρά μόνο ως αναφορά στις κοινωνικές σημασίες και στη συγκρότηση του κόσμου φυσικού και κοινωνικού. Μέσα από τα άτομα η κοινωνία πραγματώνεται και ανακλάται κατά συμπληρωματικά μέρη, τα οποία δε μπορούν να πραγματωθούν και να ανακλαστούν, παρά μόνο πραγματώνοντάς τη και ανακλώντας την.

Η κρίση των σημερινών δυτικών κοινωνιών μπορεί να γίνει κατ’ εξοχήν κατανοητή σε σχέση με αυτή τη διάσταση. Με την κατάρρευση των παραστάσεων που η κοινωνία σχηματίζει για τον εαυτό της, με το γεγονός ότι οι κοινωνίες δεν μπορούν πια να αυτοτεθούν ως κάτι, ως εστίες νοήματος, παρά μόνον με έναν τρόπο εξωτερικό και περιγραφικό. Επιπλέον αυτό ως το οποίο αυτοτίθενται, θρυμματίζεται, αυτοαναιρείται. Αυτός είναι ένας άλλος τρόπος για να πούμε ότι υπάρχει κρίση των κοινωνικών σημασιών, πως οι κοινωνικές σημασίες δεν παρέχουν πια στα άτομα τις νόρμες, τις αξίες, τις αναφορές, τα κίνητρα αυτά που θα τους επέτρεπαν να κάνουν την κοινωνία να λειτουργήσει και συνάμα  να κρατηθούν τα ίδια όσο γίνεται σε μια βιώσιμη ισορροπία.

Εδώ ασφαλώς τοποθετούμαστε σε μια πραγματολογική σκοπιά η οποία εξετάζει τις προϋποθέσεις κατασκευής των κοινωνικών ατόμων που θα μπορέσουν να κάνουν, να λειτουργήσει και να αναπαραχθεί η κοινωνία που τα έκαναν να υπάρχουν. Από αυτή τη σκοπιά η ισχύς των κοινωνικών σημασιών αποτελεί όρο εκ των ον ουκ άνευ για την ύπαρξη μιας κοινωνίας. Αντίθετα και αυτό θα πρέπει να το λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν τους αυτοί οι οποίοι τίθενται από τη μια μεριά αυτών που θα επιθυμούσαν την ανατροπή της πως η κρίση των κοινωνικών σημασιών στο δυτικό κόσμο σημαίνει πολύ απλά μια αποδέσμευση, ένα άνοιγμα της κοινωνίας προς την ίδια της την αμφισβήτηση. Για να επέλθει ένα τέτοιο άνοιγμα θα πρέπει πρώτα από όλα η κοινωνία να είναι κάτι άλλο από μια συλλογή ατόμων που έχουν εξομοιωθεί και ομοιογενοποιηθεί εξωτερικά. Η κοινωνία δε μπορεί να ανεχτεί θέτοντας τον εαυτό της υπό αμφισβήτηση, παρά μόνο αν μέσα σε αυτό και από αυτή την αμφισβήτηση εκδηλώνεται πάλι ως κοινωνία. Με άλλα λόγια, μόνο εάν αυτή η αμφισβήτηση εκδηλώνεται με έναν τρόπο που η ίδια η κοινωνικότητα ως τέτοια μπορεί να κατάδηλωθεί και να τεθεί θετικά ως κάτι που το γεγονός της ύπαρξής της δεν αμφισβητείται. Και εκείνο που ακριβώς βρίσκεται σήμερα σε κρίση είναι η κοινωνία ως τέτοια για το σύγχρονο άνθρωπο.

Παρευρισκόμαστε παραδόξως σε μια υπερκοινωνικοποίηση που αφορά στα γεγονότα της ζωής κα των δραστηριοτήτων των ανθρώπων και ταυτόχρονα σε μια απόρριψη της κοινωνικής ζωής των άλλων. Του αναγκαίου χαρακτήρα των θεσμών κλπ. Η πολεμική κραυγή του φιλελευθερισμού των αρχών του 19ου αιώνα, «το κράτος είναι το κακό», έχει γίνει σήμερα «η κοινωνία είναι το κακό». Εδώ αναφερόμαστε ασφαλώς στο ολοένα και πιο τυπικό υποκειμενικό βίωμα του ανθρώπου της εποχής μας. Πρόκειται βεβαίως για το φαινόμενο της ακραίας ιδιωτικοποίησης, που χαρακτηρίζει το σύγχρονο άνθρωπο. Ο τυπικός σύγχρονος άνθρωπος αντιδρά σαν να υφίσταται την κοινωνία, στην οποία εξάλλου με τη μορφή του κράτους ή των άλλων είναι πάντα έτοιμος να αποδώσει όλα τα βάσανά του.  Και ταυτοχρόνως να υποβάλλει αιτήματα βοήθειας ή επίλυσης των προβλημάτων του. Δεν εμφορείται πια από κανένα πρόταγμα σχετικό με την κοινωνία, ούτε πρόταγμα μετασχηματισμού της, ούτε καν πρόταγμα διατήρησης αναπαραγωγής της. Αρνείται τις κοινωνικές σχέσεις στις οποίες νιώθει παγιδευμένος. Τις αναπαράγει μόνο στ μέτρο που δε μπορεί να γίνει αλλιώς. Ανάλογη βεβαίως κατάσταση υφίσταται και η άλλη διάσταση της αυτοπαράστασης της κοινωνίας, δηλαδή η ιστορικότητα, ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία αναφέρεται στη χρονικότητά της. Η σχέση της με το παρελθόν αλλά και με το μέλλον της. Ως προς το παρελθόν δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η σύγχρονη κοινωνία βιώνει με έναν παράδοξο τρόπο τη σχέση της με την παράδοση και τείνει με αυτό τον τρόπο στην πραγματικότητα να την καταργήσει. Πρόκειται για τη συνύπαρξη μιας υπερπληροφόρησης και μιας ουσιαστικής άγνοιας και αδιαφορίας.  Η συλλογή των πληροφοριών και των αντικειμένων συμβαδίζει με την εξουδετέρωση του παρελθόντος. Αντικείμενο γνώσης για ορισμένους, τουριστικής περιέργειας για άλλους, το παρελθόν δεν είναι πηγή και ρίζα για κανέναν. Θαρρείς και είναι αδύνατον να σταθεί κανείς όρθιος μπροστά στο παρελθόν παρά μόνον εάν βγει από το εξής δίλλημα, παράλογο: δουλική μίμηση ή άρνηση για την άρνηση; Και βεβαίως στην περίπτωση αυτή επιλέγει καλύτερα την αδιαφορία.

Η εποχή επομένως ούτε παραδοσιοκρατική, ούτε δημιουργική και επαναστατική είναι. Βιώνει τη σχέση της με το παρελθόν της με έναν τρόπο που οπωσδήποτε αποτελεί ιστορική καινοτομία. Τον τρόπο δηλαδή της πιο ριζικής εξωτερικότητας. Για πολύ καιρό μπόρεσε η ίδια να πιστεύει και υπήρξαν πολλοί που το πίστεψαν πως αυτή η παράξενη κατάργηση της σχέσης με το παρελθόν, οφειλόταν σε μια νέα και έντονη σχέση που είχε εγκαθιδρύσει η κοινωνία αναφορικά με το μέλλον της. Η έντονη λοιπόν ενασχόληση με το μέλλον, η επικέντρωση στα προτάγματα μετασχηματισμού, οι αλλοιώσεις που παρήγε το μοντέρνο πνεύμα, σήμερα τη δικαιολογούσαν μια ριζική ρήξη με το παρελθόν. Αυτό ίσχυε για ένα διάστημα, δεν ισχύει όμως εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Πώς είχε δει το μέλλον της αυτή η κοινωνία; Άλλες κοινωνίες πριν από αυτήν είχαν δει το δικό τους μέλλον ως ατέρμονα επανάληψη, ή ως αναμονή της πραγμάτωσης μιας μυθικής επαγγελίας. Αυτή, η δυτική κοινωνία, το έζησε μέσα από την ιδεολογία της προόδου, που είτε θα ήταν συνεχής και βαθμιαία (βλπ. φιλελευθερισμός), είτε θα οδηγούσε με ένα απότομο άλμα σε ένα ποιοτικό μετασχηματισμό (βλπ. μαρξισμός, αναρχισμός). Στην πραγματικότητα και οι δύο παραλλαγές εγγράφονταν στην ίδια ερμηνεία της ιστορίας. Σύμφωνα με αυτήν η πρόοδος ήταν μοιραία. Βαθύτερα έπρεπε επίσης η ιστορία να έχει νόημα. Στο σημείο αυτό βεβαίως συναντώνται η ιουδαιοχριστιανική κληρονομιά και η κυρίαρχη ελληνοδυτική φιλοσοφική θέση, σύμφωνα με την οποία στο κέντρο βρίσκεται ο λόγος που έγινε Λόγος και μάλιστα θείος Λόγος. Έτσι εδώ δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία αν αυτό το νόημα μεταφράστηκε ως πρόοδος και όχι πια ως δοκιμασία. Η παράσταση αυτή που ως γνωστόν είχε επικριθεί ήδη από τον 19ο αιώνα, κλονίστηκε από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη συνέχεια από το φασισμό, τον ναζισμό και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο εξοβελισμός του ναζισμού, η φάση μεγέθυνσης της καπιταλιστικής οικονομίας και η από_αποικιοποίηση  της χάρισαν μια πρόσθετη ζωή. Ο μοιραίος χαρακτήρας της προόδου επέτρεπε να αντιμετωπίζονται τα αντιπαθή κομμουνιστικά καθεστώτα ως παροδικό φαινόμενο και να προσδοκάται η αναπόδραστη φιλελευθεροποίηση τους που τα δυτικά κράτη ήταν και είναι πάντα έτοιμα να χρηματοδοτήσουν.

Το οριστικό ξύπνημα όμως ήταν απότομο. Ο τρίτος κόσμος δεν σαγηνεύονταν πια από τα θέλγητρα του κοινοβουλευτισμού, ο homo economicus αργούσε να κάνει την εμφάνισή του κι αν εμφανιζόταν, όπως στα κράτη της λατινικής Αμερικής, καταδίκαζε τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων στην εξαθλίωση. Η κρίση του περιβάλλοντος και η προοπτική της μηδενικής μεγέθυνσης ήρθαν να υπονομεύσουν εκ των έξω την παράσταση του μέλλοντος ως μιας επ’ αόριστον εκθετικής μεγέθυνσης. Συναφώς η αμφισβήτηση του φαινομενικού οικουμενισμού που πρέσβευε ο δυτικός κόσμος, δε μπόρεσε να ασκήσει μια εξ επιστροφής επίδραση στην αυτοπαράσταση αυτού του κόσμου και στην εικόνα που σχημάτιζε για το μέλλον του. Ο δυτικός πολιτισμός θα μπορούσε να βρει στην αμφισβήτηση αυτή τα κίνητρα για να στηρίξει πιο σταθερά τις αξίες από τις οποίες διατείνεται ακόμα και σήμερα ότι εμφορείται. Αντί για αυτό, φαίνεται πως χάνει μέσα από αυτή την κρίση αυτοεπιβεβαίωση που γύρευε στον εξωτερικό κόσμο. Παρά τη φάση διέλευσης της καπιταλιστικής οικονομίας από μια φάση μεγέθυνσης τις δύο τελευταίες δεκαετίες, που δεν τροποποιεί την κατάσταση εν γένει, τα δεινά που επισωρεύτηκαν είχαν μεγάλες συνέπειες. Η φιλελευθεροποίηση μέχρις εσχάτων  της οικονομίας και η όλο και περισσότερο εξαπλούμενη παγκοσμιοποίηση της παραγωγής και των συναλλαγών, είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια του ελέγχου των  εθνικών οικονομιών από τα αντίστοιχα κράτη. Συνοδεύτηκαν από μια έκρηξη της κερδοσκοπίας η οποία φαίνεται να είναι αμείωτη.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ποιος θα μπορούσε να είναι άραγε ο ρόλος του επιστήμονα διανοούμενου; Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η δουλειά του διανοούμενου θα πρέπει να είναι μια δουλειά κριτική και πράγματι αυτόν τον ρόλο έπαιξε συχνά στην ιστορία. Υπήρξαν διανοούμενοι που άσκησαν τεράστια επίδραση, όχι βεβαίως πάντοτε ευεργετική. Το εντυπωσιακότερο παράδειγμα ήταν ασφαλώς ο Πλάτων, αφού ακόμη και σήμερα όλος ο κόσμος, έστω κι αν δεν το ξέρει, σκέφτεται με πλατωνικούς όρους. Αλλά ούτως ή άλλως από τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να εκφραστεί σχετικά με την κοινωνία, την ιστορία, τον κόσμο, το ον, εισέρχεται στο πεδίο των κοινωνικοϊστορικών δυνάμεων και παίζιε έναν ρόλο που μπορεί να είναι από απειροελάχιστος έως σημαντικός. Το να λέμε μάλιστα πως αυτός ο ρόλος είναι ρόλος εξουσίας, συνιστά μάλλον γλωσσική κατάχρηση. Ο διανοούμενος με τα ιδιαίτερα μέσα που του δίνει η καλλιέργεια, οι ικανότητές του ασκεί επίδραση στην κοινωνία. Αυτό αποτελεί όμως απλώς μέρος του ρόλου του ως πολίτη. Λέει αυτό που πιστεύει και παίρνει το λόγο με δική του ευθύνη. Αυτή την ευθύνη κανείς δε μπορεί να την αποποιηθεί, ακόμη και όποιος δε μιλά και ως εκ τούτου αφήνει τους άλλους να μιλούν και τον κοινωνικό χώρο να καταλαμβάνεται από τερατώδεις ίσως ιδέες.

Ας τονίσουμε πάντως χρησιμοποιώντας ένα ιστορικό παράδειγμα, ότι τη στιγμή της γέννησης της φιλοσοφίας στην Αρχαία Ελλάδα, οι φιλόσοφοι αμφισβητούν τις κατεστημένες συλλογικές παραστάσεις. Τις ιδέες για τον κόσμο, για τους θεούς, για τη σωστή τάξη της πόλεως. Αρκετά γρήγορα βεβαίως επέρχεται εκφυλισμός. Οι διανοούμενοι εγκαταλείπουν τον κριτικό τους ρόλο και γίνονται εκλογικευτές του υπάρχοντος ˙ απολογητές της καθεστηκυίας τάξης. Η κατάσταση αυτή δεν έχει αλλάξει πολύ στην ουσία, μόνο στην έκφρασή της. Μετά την κατάρρευση των ολοκληρωτικών καθεστώτων, οι δυτικοί διανοούμενοι, στην πλειονότητά τους εξυμνούν τα δυτικά καθεστώτα, ως καθεστώτα δημοκρατικά, που μπορεί να μην είναι ιδεώδη, αλλά πάντως είναι τα καλύτερα ανθρωπίνως δυνατά. Δηλώνουν την ίδια στιγμή ότι οποιαδήποτε κριτική αυτής της ψευσοδημοκρατίας, θα οδηγήσει σε νέους ολοκληρωτισμούς. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο όμως αποσιωπώνται τα καυτά προβλήματα του παρόντος, δηλαδή η αποσύνθεση των δυτικών κοινωνιών, η απάθεια, ο κυνισμός και η διαφθορά στην πολιτική, η κατάσταση των εξαθλιωμένων χωρών, η καταστροφή του περιβάλλοντος κλπ.

Είναι γεγονός ότι η κρίση της κριτικής είναι μια από τις εκδηλώσεις της γενικής και βαθιάς κρίσης της κοινωνίας. Υπάρχει σήμερα αυτή η γενικευμένη ψευδοσυναίνεση. Η κριτική και το επάγγελμα του διανοούμενου είναι ενσωματομένα στο σύστημα πολύ περισσότερο από ότι παλιά και με πολύ πιο έντονο τρόπο. Όλα λειτουργούν με μεσολαβήσεις. Τα δίκτυα της συνενοχής είναι σχεδόν παντοδύναμα. Οι φωνές που δεν ευθυγραμμίζονται ή που διαφωνούν, δεν πνίγονται βεβαίως πια από τη λογοκρισία ή από εκδότες που δεν τολμούν να τις δημοσιεύσουν, πνίγονται από τη γενικευμένη εμπορευματοποίηση. Οι ανατρεπτικές ιδέες συνθλίβονται με το συρφετό όλων όσα παράγονται και διαδίδονται. Η σημερινή κοινωνία έχει μια φοβερή ικανότητα να πνίγει κάθε γνήσια απόκλιση, είτε αποσιωπώντας την, είτε καθιστώντας την ένα φαινόμενο μέσα στα άλλα που πλασάρεται στην αγορά όπως και όλα τα άλλα.

Ωστόσο  κυρίες και κύριοι και αφού λάβουμε υπ’ όψιν μας αυτό το γεγονός, ότι η έξοδος από αυτήν την κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη – αφού θα απαιτούσε μια αναδιοργάνωση των πολιτικών θεσμών, των σχέσεων εργασίας, των οικονομικών πολιτικών και πολιτιστικών σχέσεων – θα πρέπει όσοι ενδιαφέρονται για αυτό, να λάβουν υπ’ όψιν τους ότι το απαιτούμενο είναι μια νέα δημιουργία που η σημασία της δε μπορεί να συγκριθεί μάλλον με τίποτε ανάλογο στο παρελθόν. Μια δημιουργία που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, που θα έθετε στόχους ζωής διαφορετικούς από τους σημερινούς για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζει κανείς να ζει. Σε αυτήν την προοπτική ο ρόλος του επιστήμονα διανοούμενου θεωρώ πως είναι κέρδος, η αποστολή του όμως θα πρέπει να αποκατασταθεί. Να επανακαθιδρυθεί, δηλαδή να αποκατασταθεί η κριτική του λειτουργία.. υπ’ αυτήν την έννοια ο διανοούμενος πρέπει να θέλει τον εαυτό του πολίτη, όπως και οι άλλοι και να φιλοδοξεί να απηχεί την οικουμενικότητα και την αντικειμενικότητα. Δε μπορεί να σταθεί σε αυτόν το χώρο εάν δεν αναγνωρίσει τα όρια που η υποτιθέμενη αντικειμενικότητα και η οικουμενικότητα του τού επιτρέπουν. Οφείλει να αναγνωρίσει και όχι σιωπηρά, ότι αυτό που θέλει να ακουστεί είναι μια ακόμα δόξα και όχι μια επιστήμη. Πρέπει να αναγνωρίσει ακόμα ότι η ιστορία είναι η περιοχή όπου εκδιπλώνεται η δημιουργικότητα όλων, όπου ο ίδιος ο διανοούμενος δεν είναι παρά ένα άτομο. Να είναι δημοκράτης και να μπορεί, αν το κρίνει έτσι να πει: «κάνετε λάθος». Αυτό πρέπει να απαιτούμε από έναν διανοούμενο.

Σας ευχαριστώ.

*Επίκουρος καθηγητής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, τμήματος Επιστημών της Εκπαίδευσης στην Προσχολική Ηλικία

εικόνα: Pierre Alechinsky, μυρμήγκια, 1954

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s