Μια άλλη ανάγνωση της Αριστοτελικής μεσότητος

 Theodossios Tassios

Τελετή αναγόρευσης του ομότιμου καθηγητή του Ε.Μ.Π., Θεοδοσίου Τάσιου σε επίτιμο διδάκτορα του Ε.Κ.Π.Α.
18/12/2014

Δεν υπάρχει σχεδόν καμία ανθρώπινη στάση ή δράση που να μην αναφέρεται στη σχέση μας με τον άλλον. Δηλαδή που να μην εμπεριέχει ηθικής κατηγορίας ενεργήματα. Εξ ου και σχεδόν ολοσυμβάντος θα αναφερθώ πάλι στα Ηθικά Νικομάχεια και σας είμαι ευγνώμον εκ προοιμίου για την ευγενική προσοχή την οποία μου προσφέρετε. Ως εισαγωγή συμμερίζομαι πλήρως την άποψη (πρόσφατη) Κανναδού συναδέλφου ο ποίος είπε:  «ό,τι και να λέτε δεν τα έχουν καταλάβιε ακόμη τα Ηθικά του Αριστοτέλη». Παραδείγματος χάριν άμεσα ή έμμεσα ομολογείται ότι η αριστοτελική ρήση «μεσότης ἐστὶν ἡ ἀρετή»  ή παραείναι στριφνή, ή βρε παιδάκι μου κάπως ρηχή δε σας φαίνεται;  Μάλλον αταίριαστη για γίγαντας ηθικής φιλοσοφίας που τη διατύπωσε…  Αναμένεται βέβαια ότι το λάθος είναι δικό μας  κι όχι δικό του. Άλλα όταν θέλουμε σώνει και καλά να πούμε πως αυτό είναι μια φρονηματιστική υπόθεση, δηλαδή αυτό εννοούσε συγκινησιακή μετριοπάθεια, τη λογική κρίση, τη μεσότητα ηδονής και πόνου, όλα αυτά έχουν ακουστεί και γραφτεί η επιείκεια κατά την εφαρμογή  του δικαίου… βέβαια εδώ ποιος μπορεί να με εμποδίσει τώρα παρά την κλεψύδρα η οποία τρέχει, να αναφερθώ στο κακόζηλο ανέκδοτο που άρεσε στον …. Να διηγείται περιγράφοντας τη στάση ενός επαρχιακού δημάρχου βρετανικής πόλεως ο οποίος έλεγε ευσυνείδητα καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του κράτησε μια σταθερή γραμμή ανάμεσα στη μεροληψία αφενός και την αμεροληψία αφετέρου.  Είναι δύσκολο στο προφορικό λόγο να γελάσει κανείς με αυτό, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον.  Βέβαια αυτή η ας την πω της χρηστομάθειας ερμηνεία δε προσφέρεται για πολλά φιλοσοφικά πράγματα και  δεν παραγάγει πολλά πρακτικά αποτελέσματα πέραν των κοινότυπων συμβιωτικών κανόνων. Η θέση πάντως της εργασίας που παίρνω το θάρρος να θέσω υπό την κρίση σας για άλλη μια φορά θα είναι κάπως διαφορετική, κι όχι κατ’ ανάγκη πρωτότυπη. Ο μάλλον άχρωμος για τα σημερινά ώτα όρος «μεσότης» θα ερμηνευτεί ως βελτιστοποίηση.  Μια ερμηνεία η οποία θα δείξουμε ότι είναι συνεπέστερη προς τις Αριστοτελικές απόψεις, ενώ συγχρόνως υποβάλλει ποικίλα άλλα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του χώρου μέσα στον οποίο θα τελεί, παραδείγματος χάριν δε θα είναι μονοδιάστατη · δε θα είναι το μέσον μιας γραμμής, δε θα είναι μηχανιστική, δε θα είναι η μετρητική πράξη για την εντόπιση ενός μέσου. Και επειδή η βελτιστοποίηση αρχικώς τουλάχιστον θα είναι ποιοτική, θα ανοίξει την πόρτα για κάθε είδους ικανοποιήσεις, από το ψωμί και την ασφάλεια μέχρι το ηλιοβασίλεμα και την υπαρξιακή όαση του διπλανού – διότι είναι κάτι το οποίο θα υποστηρίξω άλλη μια φορά, όλα αυτά περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγκών του ανθρώπου , όχι του Μαρξ, αλλά του Αριστοτέλους.

Σε αυτές λοιπόν τις προεισαγωγικές σημειώσεις είναι υποχρέωσή μου να σημειώσω ότι η ανάγνωση της Αριστοτελικής μεσότητος την οποίαν ακολουθώ έχει επηρεαστεί από την άποψη ότι καμία αντίληψη, άρα και καμιά θεωρία της ζωής και του κόσμου δεν νοείται εκτός του ανθρώπου. Είναι ένας έμμεσος τρόπος για θυμίσουμε την αυτονομία. Αυτός – ο άνθρωπος – αισθάνεται, αυτός συν-αισθάνεται, συγγνώμη για αυτή την εμμονή, αυτός νοεί και αμφιβάλει, αυτός πάσχει και βρίσκει παρηγοριά, αυτός συμπάσχει ενδεχομένως και αυτός κάποτε πασχίζει να κατανοήσει στήνοντας θεωρία όταν μπορεί. Να σας θυμίζω ότι ο Αριστοτέλης κηρύσσει έμμεσα έστω την ανθρωπική αυτονομία όταν λέει τον άνθρωπο «φατέον ἀρχὴν εἶναι […] γεννητὴν τῶν πράξεων ὥσπερ καὶ τέκνων. […]μὴ ἔχομεν εἰς ἄλλας ἀρχὰς ἀναγαγεῖν παρὰ τὰς ἐν ἡμῖν». Ο κατάλογος των αναγκών του ανθρώπου όπως τον έστησε και ο Αριστοτέλης περιλαμβάνει και τα εκτός αγαθά ˙  αυτοσυντηρησία λόγου χάριν και τα κάλλιστα αγαθά είναι επίθετο Αριστοτελικό, την αυτοεπιβεβαίωση θα λέγαμε σήμερα. Τα οποία η γρηγορούσα συνείδησή μου μπορεί να απολαύσει όταν κατανοεί θεωρητικώς τον κόσμο κι όταν αναστρέφεται τον πλησίον. Τούτη μάλιστα η τελευταία πηγή ηδονής θα αναχθεί σε κορυφαία υποστασιακή πλήρωση από τον Αριστοτέλη όταν θα πει «τὸν δὲ φίλον, ἕτερον

αὐτὸν ὄντα  και άριστον ούχο προς εαυτόν τη αρετή αλλά προς έτερον. Πάντως ο Αριστοτέλης θα μας πει σταράτα το προφανές ετούτο: σκοπός της ζωής είναι η ευδαιμονία .

Ποπό! Τι ήθελε και το ‘λεγε αυτό; Ευδαιμονίαν «τέλος αυτήν τίθεμεν των  ἀνθρωπίνων».

Μα είναι προφανέστατο, αλλά δε μπορώ κύριε πρύτανη λόγω της σοβαρότητας της στιγμής να επιχειρηματολογήσω περισσότερο σε αυτό το προφανέστερο. Πολλοί και μέγιστοι ηθολόγοι που θα ακολουθήσουν μέχρι σήμερα θα θεμελιώσουν την ηθική τους σε πολύ πιο ευγενικές τάχα αρχές, ο Αριστοτέλης όμως δε δίστασε να αναφέρεται συχνά στην ηδύτητα του αγαθού, ούτε και υποτίμησε τη σημασία της ικανοποίησης όσων γίνεται περισσότερων αναγκών ˙ όπως και η ταπεινότητα μου δε θα διστάζω στα επόμενα να ονομάζω ηδονή  την ικανοποίηση της όποιας ανάγκης –παρόλο που διαμέσου των αιώνων όπως ξέρετε ο όρος αυτός συνεπάγεται με μια ευχαρίστηση που κείται κάπου μεταξύ στομάχου και γονάτων, αλλά αυτός ο περιορισμός της έννοιας δεν μπορεί να μειώσει τη σημασία ενός σπουδαίου ελληνικού και φιλοσοφικού όρου. Ανάλογα  ο Αριστοτέλης παραδέχεται ότι  περι ηδονής «μάλιστα γὰρ δοκεῖ συνῳκειῶσθαι τῷ γένει ἡμῶν», έτσι είμαστε καμωμένοι, τι να κάνουμε; Να λείπουν οι φαρισαϊσμοί, τολμώ εγώ ο έσχατος.

Ευλόγως, λέει ο Αριστοτέλης, εμπλέκουσιν την ηδονής εις την ευδαιμονίαν. Θα δείτε ότι το αντίστροφο δεν αληθεύει. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που λέει: «τὸ ζῆν τὴν ἡδονήν, […] συνεζεῦχθαι μὲν γὰρ ταῦτα φαίνεται καὶ χωρισμὸν οὐ δέχεσθαι» και «ἡδονὴ τελειοῖ τὰς ἐνεργείας, καὶ τὸ ζῆν». Δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για αυτό. Έτσι μπορεί να προκύψει η χημική αντίδραση που λέγαμε έτσι ρητορικώς ο βίος, η ενέργεια (που είναι Αριστοτελικός όρος) το αγαθό, η ευδαιμονία. Για αυτόν όμως τον ύπατο και γλυκύτατο σκοπό του βίου χρειάζονται δράσεις δύσκολες., δεν την παίρνεις έτσι την ηδονή. Πρώτον να αποκτήσουμε την κατάλληλη ηθική δεξιοτεχνία, έτσι ονομάζει την αρετή,  προκειμένου, δεύτερον, να προβαίνουμε σε εκείνη την ενέργεια του αγαθού, ηδύα καθεαυτή (γλυκιά δηλαδή), ως επιλογή ανάμεσα σε πλήθος δυνατές ενέργειες για να κατορθωθεί η εκάστοτε εφικτή μέγιστη ευδαιμονία.

«For understand a virtuous man gets pleasure for virtues activity and he knows how to choose a man pleasures and pains ». Φαίνεται ότι ο Αριστοτέλης εμπορικότατα αποδέχεται την τεράστια ποικιλία των ανθρωπίνων σχέσεων η ικανοποίηση των οποίων, η αντίστοιχη ηδονή δηλαδή, ενδέχεται να οδηγήσει στην ευδαιμονία.  Αυτήν την ατελή αναφορά φαίνεται, νομίζω, πόσο ευρύτατο είναι για τον Αριστοτέλη το φάσμα των αναγκών του Είναι. Άρα και πόσο ποικιλότατες είναι οι ηδονές που μας προκαλούν τα εξωτερικά αγαθά, η υγεία του σώματος, η ηδονή των διαπροσωπικών σχέσεων (δικαιοσύνη, αγάπη) και οι διανοητικές χαρές (είμαστε στο σπίτι της επιστήμης), όλα είναι δυνητικώς συντελεστικά της ευδαιμονίας. Δείχνει πάντως ο Αριστοτέλης από τώρα να αναγνωρίζει ως εντονότερες τις ηδονές που προέρχονται από την ικανοποίηση αναγκών πλησιέστερων προς την υποστασιακή δίψα, τη γνώση του κόσμου, λέει «σοφός μάλιστ ευδαίμων» και πάνω από όλα το καθρέφτισμά μας στον άλλον,  «φίλοι ο δοκεῖ τῶν ἐκτὸς ἀγαθῶν μέγιστον εἶναι». Έχει λοιπόν μια ποικιλία από ανάγκες, από ηδονές, όμως κάλλιστα, μέγιστα, μάλιστα είναι τούτα εδώ που είναι κοντύτερα προς την υπόσταση. Στο πραγματικό βίο λοιπόν πολλές από αυτές τις ηδονές θα τις βρούμε ανταγωνιστικές και αντιφατικές μεταξύ τους, αυτό είναι το σπουδαίο. Γίνεται προφανές ότι η ευδαιμονία θα κατορθωθεί – είναι ένας ωραίος Αριστοτελικός όρος –  με τη στέρηση έναντι ορισμένων αναγκών και με την ικανοποίηση ορισμένων άλλων ˙ άρα βελτιστοποίηση«[…]τῷ δὴ τὰ λυπηρὰ ὑπομένειν, ἀνδρεῖοι λέγονται». Η χαρά την οποία νιώθει ο ανδρείος ξεπερνάει τις λύπες από τις άλλες στερήσεις και μεγιστοποιεί την ευδαιμονία του, λέει ὸ κατὰ τὴν ἀνδρείαν τέλος ἡδύ   […] ὑπὸ τῶν κύκλῳ δ᾽ ἀφανίζεσθαι, οἷον […] τοῖς γὰρ πύκταις τὸ μὲν τέλος ἡδύ, […] τὸ δὲ τύπτεσθαι ἀλγεινόν» . Εδώ ο ανδρείος στερείται τη σωματική ευεξία, επιλέγει τους σωματικούς πόνους ως τίμημα για την υπαρξιακή επιβεβαίωση του στεφάνου της νίκης. Οι κερδοζημίες αφήνουν το μεγαλύτερο θετικό υπόλοιπο. Μόνο που είναι κερδοζημίες παντός χαρακτήρα που συνεπάγονται ικανοποίηση των αναγκών του  συνόλου του Είναι. Έτσι όπως το περιγράφει ο Αριστοτέλης, ως συνόλου του Είναι. Για άλλη μια φορά το μέγιστο, η ακρότης που λέει ο Αριστοτέλης θα προκύψει απ’ την αναζήτηση ενός βέλτιστου συνδυασμού αντιμετώπισης αναγκών και αυτό είναι που ονομάζει «μεσότης».

Ο επιχωριάζων τους όρχους κατά του Αριστοτέλους είναι ότι έχτιζε την ευδαιμονία λέει σε πλείστα αγαθά, χωρίς να εστιάζει στο τεράστιο πόλο του ηθικού βίου που είναι ο συνάνθρωπος. Άκου να δεις! Τα κείμενα όμως δε δικαιολογούν αυτή την κριτική, εκτός και αν συνεχίζουμε και λιτόμεθα για το γεγονός ότι ο Αριστοτελικός ρεαλισμός ανθρωπικότατα και επιτρέψτε μου να πω, αντιφαρισαϊκά, αναγνωρίζει και όλες τις άλλες πηγές δυνητικής ευδαιμονίας, ιδού δε πώς μέσα σε αυτή την ποικιλότητα ο συνάνθρωπος κατά τον Αριστοτέλη θα είναι το μέγιστο υποστασιακό καταφύγιο. Θα υποστηρίξω λοιπόν ότι η Αριστοτελική ηθική είναι οντολογική κατά το γεγονός ότι νοεί τον άλλον ως υποστασιακή προϋπόθεση του εγώ, «ἔστι γὰρ ὁ φίλος ἄλλος αὐτός / τον δέ φίλον, ετερον αυτον  ον /  ὡς δὲ πρὸς ἑαυτὸν ἔχει ὁ σπουδαῖος, καὶ πρὸς τὸν φίλον / κοινωνία γὰρ ἡ φιλία, καὶ ὡς πρὸς ἑαυτὸν ἔχει, οὕτω καὶ πρὸς τὸν φίλον.» Ε τι άλλο θέλετε να σας πει; Αυτή η θεμελιώδης και εμμόνως επαναλαμβανόμενη δήλωσή του θα αρκούσε για να αναβαθμίσει τους αγαπητικούς κανόνες και απ’ τη συμβιωτική σκοπιμότητα με την οποία ακούγονται, να τους ανεβάσει σε λειτουργικό μηχανισμό της υποστασιακής αυτοποίησης. Αυτό θέλω να θέσω υπό την κρίση σας απόψε. Το χτίσιμο του Εγώ χάρις στον καθρέφτισμά του στον άλλον, κάνει τον άλλον υποστασιακώς απαραίτητο για μένα, γεγονός που καθιστά τη φιλότητα οντολογική προϋπόθεση. Καθρεφτίζομαι στα μάτια του πλησίον για να υπάρξω. Έτσι ερμηνεύεται νομίζω και η βαθιά χαρά που παίρνω εγώ όταν ευεργετώ τον άλλον και χτίζω με πρωτόφαντες ηδονές το εγώ. Ηδονές τόσο δυνατές, ώστε ενίοτε και ο θάνατος ακόμη παύει να φοβίζει. Ο Αριστοτέλης προχωρεί και συγκεκριμένες περιγραφές αυτού του μηχανισμού αυτοανεύρεσης όταν αναλύει τα κίνητρα του ευεργετούντος ως εξής: «προήσεται γὰρ καὶ χρήματα καὶ τιμὰς καὶ ὅλως τὰ περιμάχητα ἀγαθά, περιποιούμενος ἑαυτῷ τὸ καλόν ἕνεκα πολλὰ πράττειν […] κἂν δέῃ
ὑπεραποθνῄσκειν […]  ὀλίγον γὰρ χρόνον ἡσθῆναι σφόδρα μᾶλλον ἕλοιτ’ ἂν»
Διάλεξε πραγματικά τις τεράστιες αυτές ηδονές της ηθικής χαράς γιατί μιλάει για θάνατο πια, φτάνουμε σε ακραίες καταστάσεις και λέει «τοῖς δ’ ὑπεραποθνῄσκουσι τοῦτ’ ἴσως συμβαίνει αἱροῦνται δὴ μέγα καλὸν ἑαυτοῖς.»  Τα’ ακούσαμε αυτό; Τα’ ακούσαμε. «γίνεται γὰρ τῷ μὲν φίλῳ χρήματα, […] τὸ δὴ μεῖζον ἀγαθὸν ἑαυτῷ ἀπονέμει.[…] οὕτω μὲν οὖν φίλαυτον εἶναι δεῖ τὸν σπουδαῖον». Πόπο! Τι σκάνδαλο είναι αυτό, μας λένε οι δασκάλοι!

Τον πιάσαμε τον Αριστοτέλη. Φίλαυτος ήτανε!

Τόσα ελληνικά ξέρουν οι ξένοι σπουδαίοι που έχουν διατυπώσει αυτή τη μορφή. Έχουμε εδώ την πιο ξεκάθαρη ωφελιμιστική ηθική δήλωση.  Η οποία όμως έχει ένα ανοιχτά φιλάλληλο περιεχόμενο και δεν κινδυνεύει να μυδραλιοβολιθεί από τους οπαδούς των εξωγενών καθηκόντων ηθικής. Ότι καλό κάνω για τον άλλον, το κάνω για τη σφοδρή ηδονή που νιώθω εγώ ˙ ευεργετώντας τον άλλον, εισπράττω μέγα καλό εμ αυτό. Τόσο μέγα που ακόμα και ο θάνατος ενίοτε έχει ήσσονο βαρύτητα μεγαλοφυώς, προκλητικά σχεδόν ο Αριστοτέλης θα διακηρύξει ότι ο επιεικής, ο υψηλόφρων δηλαδή, «φίλαυτος ἂν εἴη», άρα καταλαβαίνετε ποιο είναι το νόημα αυτής της φιλαυτότητας. Φτάνει βέβαια να έχει αναπτύξει αυτή την ιδιοφυή ηδονοθηρία, να έχει οξύνει την προς τούτο απαιτούμενη δεξιοτεχνία, την αρετή, για να μπορεί να πετύχει τη βελτιστοποίηση ανάμεσα και σε όλες  τις υποψήφιες πηγές ηδονής. Ένας άνθρωπος μυημένος σε αυτή την υποστασιακή χαρά της συνουσίας με τον άλλον, δεν είναι περίεργο που φθάνει σιγά σιγά να νιώθει τόσο δυνατά την αυτοπαθή αυτή χαρά, ώστε κάθε βελτιστοποίηση που ασκεί για την κατόρθωση του αγαθού τείνει να υποβαθμίζει τις αναπόφευκτες άλλες βλάβες τις οποίες υφίσταται  προς τούτο. Έτσι λόγου χάριν επειδή άριστος «ούχο προς εαυτόν τη αρετή αλλά προς έτερον». Καταλήγει αυτός να προτιμά να αδικείται μάλλον παρά να αδικεί και φτάσαμε σε μια κορύφωση Αριστοτελική, «ἄμφω μὲν φαῦλα, καὶ τὸ ἀδικεῖσθαι καὶ τὸ ἀδικεῖν». Βλέπετε με πόσο ωμό ρεαλισμό εισάγει το πράγμα. Κακό πράγμα και να αδικείσαι και να αδικείς,

 «ἀλλ’ ὅμως χεῖρον τὸ ἀδικεῖν». Και πάλι βελτιστοποίηση, δεν υπάρχει απόλυτη αντίληψη. Χάρισε μια οντολογική θεμελίωση της ηθικής, ο Αριστοτέλης είχε αγγίξει τη χριστιανική εντολή και μάλιστα όχι ως εξωγενή κανόνα, αλλά ως κάτι που έρχεται από ανθρωπικές αιτίες, και αυτό είναι το σκάνδαλό. Όποιος τόσο ψηλά κατορθώνει το αγαθόν ώστε να ευεργετεί τον πλησίον γνωρίζει τις οδύνες που τον περιμένουν, όπως ο πυγμάχος που πονάει όταν αγωνίζεται για τη νίκη, ή όπως η μάνα που γεννά τα τέκνα της με πόνους αλλά και για τούτο τα αγαπάει πιο πολύ. Ή ακόμα και ο ποιητής τα ποιήματά του (οι παρομοιώσεις που ανέφερα είναι Αριστοτελικές δηλαδή λίγο λογοτεχνικότερα να το χαν γράψει οι μαθητές του στα κείμενα αυτά, θα ήταν πολύ best seller). Ο Αριστοτέλης για τούτο το κατ εξοχήν πνευματικό, αλλά τόσο χειροπιαστό έργο του αγαθού, θα χρησιμοποιήσει όλες αυτές τις παρομοιώσεις για να μας κάνει να υποπτευθούμε την αγαπητική χαρά  που νιώθει ο ευεργέτης προς το έργο του, δηλαδή προς το ηθικό αγαθό. Λέει : «οἷον […] τοῖς γὰρ πύκταις τὸ μὲν τέλος ἡδύ, […] τὸ δὲ τύπτεσθαι ἀλγεινόν» αυτό είναι και του ευεργέτου και αλλού « μητέρες φιλοτεκνότεραι· επιπονωτέρα γαρ γέννησι:, καὶ μαλλον ίσασιν ὅτι αιδτῶῶν. δόξειε δ αν τοῦτο καὶ τοῖ: ευεργέται: οικεῖον εἶναι».  Σαν να γεννάει, ξέρει ότι πονάει διότι στερείται, αλλά απολαμβάνει μια αγαπητική χαρά εκείνη την ώρα. «ὥσπερ τέκνα στέργοντες ὰ οἰκεῖα ποιήματα, τοιούτῳ δὴ ἔοικε καὶ τὸ τῶν εὐεργετῶν· τὸ γὰρ εὖ πεπονθὸς ἔργον ἐστὶν αὐτῶν  / ο σπουδαίος τας κατά αρετήν πράξης χαίρει, καθάπερ ὁ μουσικὸς τοῖς καλοῖς μέλεσιν ἥδεται.» Ευχαριστιέται ο ευεργέτης όπως όταν παίζεις το φλάουτό σου και βγάζεις ωραίο ήχο, έτσι ευχαριστιέται ο ευεργέτης την ευεργεσία. Με άλλα λόγια ο ευεργέτης νιώθει ευδαιμονέστερος. Έχει σημασία να παρατηρήσουμε ότι ο ευεργέτης εισπράτει την ευδαιμονία αυτή, εδώ και τώρα. Είμαστε πολύ μακριά απ’ τις ιδεαλιστικές συναλλαγματικές των μελλοντικών παραδείσων. Η Αριστοτελική ηθική είναι μια ανθρωπική, ακτιβιστική ηθική.

Αυτήν την Αριστοτελική αντίληψη της ευδαιμονίας θέλησα αμυδρώς να επανυποβάλω απόψε στην κρίση σας μέχρι το σημείο αυτό ˙ μιας ευδαιμονίας με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: δεν υπαγορεύεται από έναν εξωγενή κατάλογο υποχρεώσεων ή καθηκόντων, ή όπως θέλει να το λέει η σύγχρονη φιλοσοφία, αμείβεται μετρητοίς εκείνη την ώρα, συνοδεύεται πάντα από οδύνες απ’ τις στερήσεις άλλων αναγκών του βίου, ανάμεσα στις οποίες ο άνθρωπος θα κάνει την επιλογή του, δηλαδή βελτιστοποιώντας το τελικό αποτέλεσμα. «Κανονίζομεν δε και τας πράξεις, με την ηδονήν και την λύπην» και ας θυμηθούμε και τον γενικευμένο κατάλογο ηδονών του Αριστοτέλη και για το σώμα και για τη διάνοια και για τη καρδιά. Ας μείνουμε όμως λίγο ακόμα τελειώνοντας, την τελευταία προϋπόθεση, τη δυσχερέστερη και σπανιότερη όλων. Η ιστορία δείχνει πως μόνο οι μεγάλοι αγωνιστές και οι μάρτυρες φτάνουν σε αυτή την ύπατη στάθμη αρετών ώστε «φίλων ἕνεκα πολλὰ πράττειν καὶ τῆς πατρίδος, κἂν δέῃ ὑπεραποθνῄσκειν» όλοι εμείς οι άλλοι κολυμπάμε σπασμωδικά ενίοτε ανάμεσα στον πυθμένα των αμέσων αλλά ανεπαρκέστατων για την ευδαιμονία ηδονών και στα αφρόνερα καμιά φορά της υποστασιακής μέθης. Ο Αριστοτέλης πάντως ποτέ δεν είπε ότι η ηδονή είναι ο σκοπός μας, είπε όμως ότι το αγαθό είναι καθεαυτό ηδύ. Το αντίστροφο δεν αληθεύει. Λέει: «η δε ηδονή τελειοΐ τας ενεργείας’ καϊ το ζην» όμως «νοσώδη γὰρ ἔνια τῶν ἡδέων» «οὐ τἄριστον ἡδονή, ὅτι οὐ τέλος ἀλλὰ γένεσις.»  Αν ήταν να ορμάγαμε στα τυφλά προς τις ηδονές εν γένει, η ευδαιμονία θα πήγαινε περίπατο. Κάποια ενδιάμεση αναζήτηση χρειάζεται, ενέργεια τη λέει ο Αριστοτέλης, η εν τόπω και χρόνω μεγιστοποίηση της ηδονής χάρις στην επιλογή του αγαθού, ετούτο είναι έργο ζωής. Και είναι έργο πολυσχιδές, σωματικό, διανοητικό, ηθικό, που προαπαιτεί μια μακράν μύηση. Λέει «οὐκ ἔστι ἡδονὴν τἀγαθὸν ᾤετ’ εἶναι διὰ τὸ πάνθ’ ὁρᾶν […] τὴν τοῦ δικαίου μὴ ὄντα δίκαιον οὐδὲ τὴν τοῦ μουσικοῦ μὴ ὄντα μουσικόν» πρόκειται για έναν άλλο ρεαλισμό που δε χρειάζεται καμιά μεταφυσική του ότι «αχ πως γεννιέται ο άνθρωπος και τι κάνει». Φυσικά και χρειάζεσαι παιδεία και μύηση, «τους δε πολλούς του καλοῦ καὶ ὡς ἀληθῶς ἡδέος οὐδ’ ἔννοιαν ἔχουσιν, ἄγευστοι ὄντες.» εγώ ξέρω ανθρώπους οι οποίοι δεν αγαπάνε το χαβιάρι και εμείς τρελαινόμαστε υπάρχει μια φάση παιδικής μυήσεως δηλαδή  «προδιεργάσθει ἔθεσι τὴν τοῦ ἀκροατοῦ ψυχὴν πρὸς τὸ καλῶς χαίρειν καὶ μισεῖν, ὥσπερ …»

Μπροστά λοιπόν στην πολλαπλότητα και την αντιφατικότητα των ανθρωπίνων αναγκών και των αντιστοίχων ηδονών της οποίας συνεπάγεται η ικανοποίηση τους ο περίπλοκος βίος του κάθε χωριστού ανθρώπου απαιτεί επιλογές. Επειδή όμως είπα ότι σκοπός του βίου είναι η ευδαιμονία πρέπει αμέσως εδώ να θυμηθούμε ότι ευδαίμονα λέγει «μὴ τὸν τυχόντα χρόνον ἀλλὰ τέλειον βίον», πρόσθετο δηλαδή χαρακτηριστικό της πιο πάνω επιλογής είναι να στοχεύσεις σε εκείνη τη λύση που θα μεγιστοποιήσει την ηδονή, ή θα ελαχιστοποιήσει τη λύπη, σε όλον το χρονικό ορίζοντα της ζωής. Άλλη μια βελτιστοποίηση εν χρόνω αυτή τη φορά και αυτή η εμφανώς εύλογη προϋπόθεση  είναι μεγίστης σημασίας για την ανθεκτικότητα της ηθικής θεωρίας.

Αυτά λοιπόν τα γενικά κριτήρια  εμπειρικά και θεωρητικά μαζί έκαστος το εαυτό αγαθό ευρίσκει ώσπερ τροφήν», άλλη μια απίστευτη παραγωγική παρομοίωση. Υποστασιακή τροφή θα τη λέγαμε. Και γι’ αυτό ο Αριστοτέλης είχε προαναγγείλει ότι «ο ἀγαθὸς κατορθωτικός ἐστιν ὁ δὲ κακὸς ἁμαρτητικός» μάλιστα δε περί την ηδονή. Την πάτησε δηλαδή ο κακός διότι δεν κατάφερε να κατορθώσει την ηδονή δια βίου, μόνη αυτή επιστέφει τις σπουδαίες ιδέες.

Πώς όμως καταφέρνει έκαστος να πετύχει κάθε φορά τούτο το έργο του αγαθού; Εκτός από το δια βίου κριτήριο, ο Αριστοτέλης εμμένει στο κριτήριο της βελτιστοποίησης της ηδονής. Και πως θα την πετύχουμε αυτήν την ευστοχία; Ο Αριστοτέλης δεν ντρέπεται να περιγράψει τα ανθρώπινα με ρεαλιστική ειλικρίνεια. Εμπειρικώς λέει, με δοκιμές αποκλίνει δηλαδή «πὁτὲ μὲν ἐπὶ τὴν ὑπερβολὴν ὁτὲ δ᾽ ἐπὶ τὴν ἔλλειψιν· […] οὕτω γὰρ ῥᾷστα τοῦ μέσου καὶ τοῦ εὖ τευξόμεθα» και μόνο η χρήση του ρήματος «τεύχομαι» που σημαίνει ουσιαστικά κατασκευάζω, ή υφαίνω, ή σφυρηλατώ, δίνει την αίσθηση του πώς κατορθώνεται το αγαθό.

Θεοδόσης Π. Τάσιος

Advertisements

3 responses to “Μια άλλη ανάγνωση της Αριστοτελικής μεσότητος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s