οδός Μοργκεντάου

Nikea

Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στη Νίκαια. Εκεί για πρώτη φορά και αφού ήρθα σε επαφή με το ποιος είναι ο μπαμπάς και η μαμά,  γνώρισα το περιβάλλον μου, τη γειτονιά, τους πρώτους μου φίλους. Εκεί έκανα τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, έμαθα ποδήλατο και στα στενά γύρω από το σπίτι μου έπαιζα τα απογεύματα με τα παιδιά της γειτονιάς. Το ‘χαμε συνήθειο όταν ερχόταν το απόγευμα να μαζευόμαστε οι φίλοι, κάποιοι μικρότεροι , κάποιοι μεγαλύτεροι και να μας βρίσκει το βράδυ στους δρόμους 4 και 5 οικοδομικά τετράγωνα πιο κάτω από το δικό μας σπίτι. Οι παραστάσεις που δέχτηκα ήταν των σπιτιών εκείνων. Τα σχολεία που είδα ήταν εκείνα πρώτα και αυτό όπως είναι φυσικό, σε κάθε άνθρωπο αφήνει ένα μικρό αποτύπωμα. Ένα αποτύπωμα που μπορεί, όσο περνούν τα χρόνια, να επιστρέφεις σε αυτό και να αξιολογείς τις νέες παραστάσεις της ζωής σου με εκείνο το πρώτο αποτύπωμα. Άλλοτε να σε κερδίζει το παρελθόν και άλλοτε να σε κατακτά το εκάστοτε παρόν.

Η πιο ωραία συνήθεια ήταν εκείνη που μαζευόμασταν τα παιδιά από τις γειτονιές και παίζουμε κρυφτό, κυνηγητό, ή μια άλλη συνήθεια ήταν να λέμε «τρομακτικές ιστορίες» όχι κατ’ ανάγκην πάντοτε αληθινές, αλλά και ποιος ξέρει τότε πώς τις εκλαμβάναμε και τι φανταζόμασταν εμείς όταν κάποιος μας έλεγε κάτι και μάλιστα αυτό το κάτι πάντα αδιευκρίνιστο από ένα επίσης αδιευκρίνιστο μακρινό παρελθόν. Όπως και να έχει καταφέρναμε και φοβόμασταν, τρομάζαμε και αυτό έδενε την παρέα ακόμη περισσότερο. Όταν έπαιρνε και νύχτωνε το «φτου ξελεφτερία» ήταν μια αγαπημένη φράση που άκουγαν οι μεγαλύτεροι εδώ και εκεί. Να πηδάμε τις μάντρες, να μπαίνουμε σε ξένα σπίτια, να κρυβόμαστε πίσω από φορτηγά ή αυτοκίνητα, να ανεβαίνουμε τοιχάκια, ότι τραβάει η όρεξη σου να κάναμε, έτσι ώστε να κερδίσουμε το παιχνίδι. Και αν το παιχνίδι καμιά φορά είχε και ομάδες αγόρια – κορίτσια… εκεί δε σου περιγράφω. Πανδαισία γέλιου, ίντριγκας, ομάδας ξεγνοιασιάς και ομορφιάς. Παίζαμε, γελούσαμε, τρέχαμε, καμιά φορά μαλώναμε αλλά το κυριότερο ήταν ότι βάζαμε το μυαλό μας σε μια κίνηση. Σκεφτόμασταν! Όχι μόνο σκεφτόμασταν, αλλά ακόμη περισσότερο φανταζόμασταν! Ο διάλογος μεταξύ των παιδιών είναι ευρηματικός. Το παρατηρείς και τώρα ακόμα σε παιδιά που ζήτημα είναι να πηγαίνουν ή όχι σχολείο. Πιάνουν με τα χέρια τους πράγματα και προσπαθούν να τα ερμηνεύσουν σπάζοντας τα ή χαλώντας τα στα εξ ων συνετέθησαν. Έτσι καλλιεργείς τη σκέψη και τη φαντασία. Αυτές οι σκηνές του παρελθόντος είναι μια εκδοχή έξοχη που νομίζω ότι έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Συζητώ καμιά φορά με δασκάλους και μου λένε για τα παιδάκια στο σχολείο. Τα παιδιά δεν ξέρουν να παίζουν! Δεν έχουν μάθει να παίζουν! Πέφτουν κάτω, χτυπούν, κλαίνε, αρπάζονται, είναι άγαρμπα. Ένα video game γεμίζει τις ώρες από τη λήξη της μελέτης τους έως την επόμενη μέρα που θα πάνε πάλι στο σχολείο. Φανατίζονται με τους εικονικούς ήρωες των παιχνιδιών, οργανώνουν τουρνουά στο pro, γίνονται άριστοι χειριστές των controls, αλλά μόλις πάνε να κλοτσήσουν μπάλα, γίνονται ατυχήματα. Υπάρχουν και καλά και ευφάνταστα ηλεκτρονικά, δεν ανησυχώ για την ευφυΐα των κατασκευαστών τους. Με ανησυχεί η ραθυμία των πιτσιρικάδων που ή σε αυτήν την ηλικία είναι κλεισμένοι σε ένα σπίτι μπροστά σε ένα pc, ή οι μεγαλύτεροι πιτσιρικάδες που κάθε 28η Οκτωβρίου ή 25η Μαρτίου, κάθε γιορτή και σχόλη θα γεμίσουν όλες τις καφετέριες της περιοχής και θα απομονωθούν στο κινητό ή tablet τους. Δεν υπάρχει παρέα, υπάρχουν πολλές μονάδες συγκεντρωμένες μαζί ταυτόχρονα στον ίδιο τόπο. Αυτό αποτελεί στα μάτια μου ένα γεγονός αλλαγής του τρόπου που θεωρούμε σήμερα παρέα, ή περνώ ώρα με τους φίλους μου, με τη σχέση μου και πάει (κ)λέγοντας…

Το δεύτερο πολύ σημαντικό που θυμάμαι από εκείνη τη γειτονιά ήταν τα σπίτια. Έτυχε λόγω συνθηκών να ζήσω και πάλι για ένα διάστημα στη Νίκαια και να ξαναπερπατήσω ακριβώς τους ίδιους δρόμους με τότε. Να περάσω από τα ίδια στενά, τις ίδιες πλατείες, το σχολείο, μερικά καταστήματα ή παλιές ταβερνούλες. Τι άλλαξε; Τι παρέμεινε το ίδιο; Ποια κατάσταση με κερδίζει περισσότερο; Εκείνη του παρελθόντος ή αυτή του παρόντος και σε ποιο βαθμό; Οι βόλτες που έκανα στην τωρινή εποχή μου ήταν αρκούντως πολλές. Ήταν, για την ακρίβεια, αμέτρητες και σε κάθε περίπατο «μετρούσα» το χώρο. Τις χωρικές ποιότητες. Προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω τα εγκλήματα που έγιναν όλα αυτά τα χρόνια και φυσικά ποιος να καταφέρει τι, ενάντια σε ποιόν; Μια γειτονιά που η κατοίκηση της οφείλεται στο μεγαλύτερο βαθμό της από τη συσσώρευση χιλιάδων προσφύγων με επακόλουθο τη δημιουργία των προσφυγικών συνοικιών, η Νίκαια μετατρέπεται την τελευταία εικοσαετία σε παροχή real estate agency  με οικοδομική δραστηριότητα από κάθε λογής άτομα που αρέσκονται στο να επιχειρούν εκλεκτικιστικούς ακροβατισμούς ή απλώς με άλλα λόγια στην απόλυτη «εκτέλεση» της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Ένα πάντρεμα του αρχαίου ελληνικού πρόπυλου με υλικά το σιδηροπαγές σκυρόδεμα και ο εξώστης (μπαλκόνι) ανά όροφο με κυματοειδείς απολήξεις. Θέλω να καταστήσω ευθύς εξ αρχής σαφές ότι οποιαδήποτε οικοδομική δραστηριότητα δεν αποτελεί εξ ορισμού και άνευ όρων αρχιτεκτονική. Πολλή η οικοδομική δραστηριότητα, απουσία εντελώς της αρχιτεκτονικής δημιουργίας. Οι απειράριθμες βόλτες μου, έρευνα πεδίου λέγεται αυτό, με έκαναν να φανταστώ, το τι είδους κατόψεις, τι είδους χώρους βγάζουν τα κτήρια τα οποία έβλεπα συνεχώς μπροστά μου.  Συγκροτήματα κατοικιών, πολιτείες ολόκληρες στοιβαγμένες σε 6, 7, 8 ορόφους! Οι πολυκατοικίες να απλώνονται στον ουρανό, να τον σκεπάζουν, και οι ηλιαχτίδες τον Αύγουστο να παλεύουν για το ποια και κυρίως για το πώς θα εμφανιστούν στο δρόμο, πως θα φτάσουν στο δέρμα των ανθρώπων. Πόσο αντιφατική πόλη σκέφτομαι. Μια ρυμοτομία τόσο καθαρή, τόσο ελληνική (ιωνική) και ταυτόχρονα οι σύγχρονες πολιτικές να έχουν δημιουργήσει έναν τόπο ανοίκειο και εξαιρετικά ασφυκτικό, μια πόλη με καθαρή πολεοδομική συγκρότηση να μετατρέπεται σε φυλακή με τα πανύψηλα «κάγκελά της» τα θεόρατα κτήρια, όπου το ένα ακουμπά το άλλο στις μεσοτοιχίες του και οι κάτοικοι να ζουν σε δωμάτια κελιά. Ποιος εμπνεύστηκε αυτούς τους εκτρωματικούς συντελεστές δόμησης, πως άφησε η επίσημη πολιτεία τα μέγιστα επιτρεπόμενα ύψη να φτάσουν στο θεό; Ποιος και τι κέρδισε με όλον αυτό το συρφετό από κτήρια που στοιβάζονται ανθρώπινες ψυχές; Τι εντέλει μας μαθαίνει η πόλη μας, τι τα κτήριά μας περιδιαβαίνοντας σε αυτούς τους δρόμους; Οι πόλεις μας γίνονται άθελά μας ένα σχολείο που, ενώ δεν έχουν στόμα να μιλήσουν, μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε πράγματα επειδή παίζουμε σε αυτές, τρέχουμε, γελάμε, ζούμε, τις αγγίζουμε και συνεπώς μέσα από τους διάφορους βαθμούς ευκολίας ή δυσκολίας σε κάθε κατάσταση εισάγεται μέσα μας ενστικτωδώς μια άποψη γα τη βιωμένη πόλη. Αυτή η άποψη μεγαλώνοντας έρχεται να συγκριθεί με τα νέα ερεθίσματα, πιθανά από άλλες πόλεις και ακόμα καλύτερα από άλλες πόλεις του εξωτερικού.

Το καλύτερο παράδειγμα της Νίκαιας ήταν και είναι η ιστορία της. Η προσφυγιά, η αντίσταση, οι αυλές της, οι μουριές, οι τενεκεδένιες αυτοσχέδιες γλάστρες με τα γεράνια. Αρχές δεκαετίας του ΄20  κατασκευάζονται τα λεγόμενα προσφυγικά σπίτια και έχουμε μια πρώτη οργανωμένη συγκρότηση γειτονιάς. Τις κατοικίες αυτές, με ισόγειο και όροφο, πολυτελείς δεν τις έλεγες επ’ ουδενί λόγω. Φτωχές σε όψη και υλικά, με πάχος τοίχου κοντά στους 60 πόντους. Πέτρα, λάσπη και σοβάς.  Αυτές οι λιτές κατασκευές είχαν εντούτοις κάτι που λείπει από πολλές σύγχρονες γειτονιές των μεγάλων αστικών κέντρων. Είχαν μιαν αυλή που εκεί θα συναντιόταν ο κάτοικος με τον γείτονα, θα έσπερνε μια ντοματιά, ο άλλος μια λεμονιά και ο τρίτος πορτοκαλιά και θα γινόταν έτσι αν ήθελαν μια ανταλλαγή. Η οργάνωση του χώρου ήταν ένα πανάρχαιο ελληνικό σπίτι σε μεγέθυνση. Μην ψάξει κανείς να βρει το αίθριο, το ρόλο του αίθριου αναλαμβάνει να παίξει η μεγάλη περίκλειστη αυλή.  Μεγάλα blocks που σχημάτιζαν ένα Π και στη μέση μια πλατεία, ένας μικρόκοσμος, που εξαιτίας της οργάνωσης του χώρου απομόνωνε την ηχορύπανση της πόλης. Άλλα σπιτάκια εξίσου προσφυγικά –εκείνα ήταν ιδιοκατασκευές από τους ίδιους τους πρόσφυγες και όχι από την ΕΑΠ– θα είχαν μια αρχετυπική οργάνωση σε σχήμα Γ η οποία θα περιελάμβανε στους κόλπους της ένα μικρό κηπάκο και όμοια εκεί η καλλιέργεια της γης θα ήταν μια από τις πολλές άλλες ασχολίες των κατοίκων. Ένα παράδειγμα κόσμου που σαφώς εκλείπει ολοένα όσο κι αν οι ανέσεις και οι παροχές πλέον έχουν αυξηθεί κατακόρυφα στο σύγχρονο βίο. Μπορεί οι τοίχοι να έχουν ελαττώσει το πάχος τους στους 30 πόντους και συνεπώς λιγότερα φορτία στις όψεις,  αλλά πόσο πραγματικά αναρωτιέμαι, οι διαστάσεις των χώρων που προκύπτουν από την ανοικοδόμηση με τη  μέθοδο της αντιπαροχής εξυπηρετούν ανθρώπινες ανάγκες; Πόσο πραγματικά όμορφο είναι να βλέπεις μια πολιτεία να σηκώνεται σε ύψος με τα περίτεχνα μπαλούστρα των μπαλκονιών να στυλώνονται μπροστά σου; Τι είναι αυτό που επιζητούμε όταν φτιάχνουμε ρωμαϊκά μπαλούστρα στο μπαλκόνι μας; Ποιος «στοχάζεται» να κατασκευάσει αετωματικές απολήξεις σε μια σύγχρονη πολυκατοικία; Όλα αυτά τα σύγχρονα παραδείγματα τα έβλεπα μπροστά και μου προσπαθούσα να φέρω στη μνήμη μου την παλιά Νίκαια που μερικά μόνο απομεινάρια έχουν απομείνει εδώ κι εκεί.

Κάπου κάπου κάνει την εμφάνιση του ένα σπιτάκι του 30, ή ακόμα και του 20, κάπου κάπου μια ωραία πλακόστρωση αποτελεί έκπληξη στα μάτια του περαστικού. Περίτεχνες καγκελόπορτες, παντζούρια γαλλικά, φρεσκοσοβαντισμένοι μαντρότοιχοι. Πάντα το σπιτάκι θα έχει την αυλή του. Το σπίτι μικρό ˙ τόσο όσο. Να χεις, έλεγαν, σπίτι όσο χωρείς και περιβόλι όσο θωρείς. Την έκφραση αυτής της παλιάς σοφίας την αντιλαμβάνεται οποιοσδήποτε περπατήσει στα στενά της περιοχής και δε σταθεί όμως στην πρώτη εικόνα που αντιλαμβάνεται από τα πελώρια κτήρια. Κάπου κάπου ένας στεγασμένος χώρος με μια καρέκλα και από μέσα ένα ζευγάρι ηλικιωμένων να χαζεύουν τους περαστικούς, να συζητάνε. Τα βράδια αρχινάνε οι βεγγέρες και οι γείτονες μεταξύ τους ο ένας στον άλλον στήνουν ομιλίες με τα παιδιά λίγο παρακάτω να παίζουν σε κάποια σκαλάκια κάποιου άλλου σπιτιού.

Αλληλοσυγκρουόμενες συνθήκες μέσα στο μυαλό μου. Προσπαθώ να βάλω μια τάξη. Μια παλιά Νίκαια και μια καινούρια Νίκαια αντιπαλεύουν την ορφάνια οράματος του σύγχρονου πολιτικού βίου. Η ευτέλεια των σύγχρονων κατασκευών σε μια αντίθεση με την αρχοντιά των μικρών παλατιών, πραγματικών στολιδιών της εποχής του 30. Η Νίκαια του «ασύλου», του ορμητηρίου των πρωτοπαλίκαρων της ΧΑ, σε μια Νίκαια που στην Οσία Ξένη στήθηκε ο τοίχος της εκτέλεσης Ελλήνων πατριωτών από τους Γερμανούς κατακτητές. Μια μαρτυρική πόλη που φαίνεται ότι δε σταμάτησε το μαρτύριο το 1944, αλλά συνεχίζεται με την ασύστολη ανοικοδόμηση. Πειστήρια του εγκλήματος οι μισογκρεμισμένοι τοίχοι εδώ κι εκεί με τα σημάδια – χνάρια μιας παλιάς κατοίκησης. Μια εντοιχισμένη ντουλάπια, μια εσοχή στον πέτρινο τοίχο αποτυπώνουν το παρελθόν που φεύγει ανεπιστρεπτί. Η αρχιτεκτονική είναι όσο και να το κάνει κανείς μια τέχνη, μια επιστήμη που απαιτεί να τραυματίσεις τη γη. Να σκάψεις μέσα της βαθιά, να σχεδιάσεις γερά θεμέλια, ώστε να σηκώσεις γερές οικοδομές. Απαραίτητη προϋπόθεση, να ξεριζώσεις ό,τι προηγουμένως έχουν σπείρει παλαιότεροι και να το αφανίσεις.  Εξαίρεση θα αποτελούσε το γεγονός αν προσπαθούσε κανείς να συνδυάσει αυτές τις δύο αντικρουόμενες συνθήκες. Ίσως αν το κράτος φρόντιζε τις πόλεις του, έτσι ώστε ο κενός, ο ελεύθερος χώρος μέσα στις πόλεις, ο τόσο ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο, υπήρχε σε μεγαλύτερο βαθμό και τα σπίτια χαμηλότερα και ανετότερα, τότε οι άνθρωποι στους δρόμους να είχαν και μια διαφορετική συμπεριφορά. Αν γέμιζαν οι δρόμοι λεβάντες και δεντρολίβανα και αν ο στόχος ήταν μια πραγματική αρχιτεκτονική με προορισμό τον άνθρωπο, τότε η κούραση θα μετριαζόταν καθώς γύριζε στο σπίτι ο εργαζόμενος. Το παρκάρισμα στους δρόμους θα ήταν ανθρώπινο και οι συμπεριφορές στα μέσα μεταφοράς ευγενέστερη.

Αν τα παιδιά έπαιζαν ακόμα με τα χέρια και τα πόδια, αν συναντιόντουσαν οι παρέες στις γειτονιές και γέμιζαν με τις φωνές και τα χαχανητά τους τούς δρόμους χωρίς να γνωρίζουν απ’ έξω και ανακατωτά τα γηπεδικά δρώμενα, ποιο καινούριο παιχνίδι κυκλοφόρησε στο τάδε ηλεκτρονικό, τότε η φαντασία τους θα καλλιεργούνταν περισσότερο. Θα ξέρανε να χάνουν. Θα γνώριζαν την αξία της επαφής με τους φίλους. Η Νίκαια διατηρεί ακόμα κάπου κάπου  αυτό το αναφαίρετο δικαίωμα στην ανθρώπινη ύπαρξη και επικοινωνία. Το αναγνωρίζω.  Αυτό το στοιχείο το κρατάμε. Πετάμε τα σχολεία της, που από τα λίγα που έχω δει και γνωρίζω είναι φριχτά και απάνθρωπα, πραγματικές φυλακές. Πώς να καλλιεργήσεις στον έφηβο την όρεξη για έρευνα, για ψάξιμο, για μάθηση; Πετάμε στο καλάθι των αχρήστων τις σύγχρονες πολιτικές (ψυχοπαθολογικής σημασίας νοσήματα) ιδεοληψίες περί φασισμού και προσπαθούμε να δεχτούμε μια κοινωνία που ο καθένας θα πράττει αυτό που τον ευχαριστεί με απόλυτο σεβασμό και προτεραιότητα στη σχέση του με τους άλλους. Πετάμε στο καλάθι των αχρήστων τις βανδαλικές απόπειρες εναντίον γλυπτών, από περαστικούς και εφήβους. Δείγμα ενός πολιτισμού που δείχνει να μη σέβεται των κόπο νέων καλλιτεχνών ανά τον κόσμο που δώρισαν στην περιοχή (Κατράκειο θέατρο) έργα τους με κεντρικό αφετηριακό θέμα την προσφυγιά, τον πόνο, την οδύνη αυτού του γεγονότος. Κρατάμε τις ωραίες μυρωδιές εδώ κι εκεί. Τους περιπάτους.

Πολλές και αντιφατικές οι πλευρές. Έτσι είναι η πόλη που γεννήθηκα. Μια ιστορία ολόκληρη πέρα και έξω από τα βιβλία των σχολείων.  Όπως και οι άνθρωποι απανταχού, πάντοτε και διαχρονικά. Το τι κρατά κανείς και τι πετά επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των νόμων της πολιτείας, στην ευφυΐα των δημάρχων, στις αξίες και ιστορικές μνήμες των κατοίκων, στις ανάγκες του κάθε ενός από εμάς.

Η οδός Μοργκεντάου δεν υπάρχει πια

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s