Αλλαγή του γηπέδου

Yannaras

Παρουσίαση βιβλίου
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΟΧΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ
Χρήστος Γιανναράς, 1/10/2013

Υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να αιτιολογηθούν, να εκτεθεί η λογική τους. Διότι αυτές οι επιφυλλίδες που δημοσιεύονται εδώ και χρόνια κάθε Κυριακή κάθε χρόνο συγκεντρώνονται σε ένα βιβλίο και αρκετά χρόνια τώρα βγαίνουν στον ΙΑΝΟ. Νομίζω επειδή ίσως είναι και έτσι φτιαγμένο στο μυαλό μου, ότι είναι ανάγκη να βρούμε τη λογική, δηλαδή πολύ απλά, πάρα πολύ απλά, γιατί ένας αναγνώστης των επιφυλλίδων να αγοράσει αυτό το βιβλίο και να το διαβάσει; Ξέρετε αυτό που λέμε φιλοσοφία, ένας από τους ορισμούς που της δίνουμε είναι η διερώτηση για το αυτονόητο. Είναι πάρα πολύ συναρπαστικό, ίσως το συναρπαστικότερο στοιχείο της είναι ακριβώς αυτό, το να διερωτάσαι για το αυτονόητο. Θα κάνω μια μικρή εισήγηση εκθέτοντας τη δική μου οπτική, τη δική μου σκέψη γιατί θα έχει μια λογική να διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο. Ας ξεκινήσουμε αποκλείοντας λόγους. Ζούμε στη χώρα μας, στην κοινωνία μας, μια πραγματική καταστροφή. Καταστροφή σε όλα τα επίπεδα, την ξέρουμε δεν είναι ανάγκη να την επισημάνουμε, απλώς να σας θυμίσω τους τίτλους, πρόκειται για οικονομική κατάρρευση, πρόκειται για διάλυση του κρατικού μηχανισμού, πρόκειται για απώλεια της εθνικής κυριαρχίας –με καταπάτηση μάλιστα βασικών όρων του ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου- δεν νοείται πουθενά σε καμία χώρα να βάζει υποθήκη κρατική περιουσία, ακόμα και εδαφική. Κι όμως αυτά έγιναν στην Ελλάδα. Ζούμε αυτήν την καταστροφή, άρα από το βιβλίο δεν πρόκειται να μάθουμε κάτι περισσότερο από αυτά τα οποία ξέρουμε και αν δεν τα ξέρουμε τότε είναι εις βάρος μας, σημαίνει ότι δεν τα ψηλαφούμε. Επίσης δεν πρόκειται να μάθει κανείς απ’ το βιβλίο, νομίζω, ποιοι είναι οι αυτουργοί γιατί και αυτό το ξέρει, το ξέρουμε όλοι, ποιοι διαχειρίστηκαν και πώς διαχειρίστηκαν τα κοινά σε αυτά τα χρόνια και γιατί η διαχείρισή τους οδήγησε σε αυτή την οδυνηρότατη για ολόκληρο το κοινωνικό σώμα καταστροφή. Η λέξη «οδυνηρός» έχει φτάσει να είναι πάρα πολύ ασθενική για να εκφράσει την πραγματικότητα. Υπάρχουν εκατομμύρια ανθρώπων στην Ελλάδα σήμερα, οι οποίοι έχουν οξύτατο πρόβλημα  επιβίωσης, είναι άνεργοι, δεν έχουν κανένα εισόδημα, ή έχει περικοπεί τόσο πολύ ώστε πραγματικά τίθεται θέμα επιβίωσης για αυτούς. Υπάρχει το πρόβλημα της ανεργίας, το οποίο δεν είναι απλώς οικονομικό, είναι κυρίως ψυχολογικό, υπαρξιακό θα έλεγα, δηλαδή ο άνεργος άνθρωπος χάνει το σκοπό της ζωής του, δε ξέρει γιατί ζει, δεν έχει νόημα η καθημερινότητά του. Η ψυχική του διάλυση είναι ένα μαρτύριο. Και οι υπαίτιοι ξέρουμε σαφώς, σαφέστατα ότι είναι οι πολιτικοί οι οποίοι προχώρησαν στον υπερδανεισμό της χώρας, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν όρια στο δανεισμό μιας χώρας κι όταν τα υπερβούμε αυτά τα όρια τότε οι συνέπειες είναι αμείλικτες, όπως και σε μια ιδιωτική επιχείρηση. Βέβαια στην περίπτωση της Ελλάδας εμφανίζεται πάρα πολύ καθαρά νομίζω, το κίνητρο του υπερδανεισμού: δεν ήταν για να συντηρηθεί η χώρα, δεν ήταν για να αναπτυχθεί η χώρα, να γίνουν έργα δημοσίου συμφέροντος, ήταν για να συντηρηθεί το πελατειακό κράτος σαφέστατα και απερίφραστα. Να διορίζονται με εκπληκτικές αμοιβές οι κομματικοί σε χιλιάδες θέσεις ειδικά δημιουργημένες για αυτήν ακριβώς τη δουλειά, για να απομυζούν το κρατικό ταμείο και η συντήρηση του πελατειακού κράτους, η οποία έχει μια δυναμική χιονοστιβάδας, οδήγησε σε αυτόν τον εξωφρενικό υπερδανεισμό με τις συνέπειας που ζούμε σήμερα. Όλα αυτά επαναλαμβάνω τρίτη φορά τα ξέρουμε όλοι και θα επαναλάβω πάλι εάν δεν τα ξέρουμε έχουμε ευθύνη. Επίσης θα τολμούσα να πω ένα δεύτερο και τις θέσεις του συγγραφέα του βιβλίου λίγο πολύ, όσοι τουλάχιστον είναι εδώ μέσα σήμερα ή όσοι θα ενδιαφερόντουσαν να πάρουν το βιβλίο, νομίζω τις ξέρουν.

Επομένως τι καινούριο και ποια αιτιολογία έχει η έκδοση αυτού του βιβλίου;

Θα έλεγα τη φράση ότι το βιβλίο προτείνεται για να σας κάνει συντροφιά. Να σας κάνει συντροφιά όχι για να περάσετε την ώρα σας, αλλά για να οδηγηθούμε από το «γήπεδο» στο οποίο μας έχουν υποχρεώσει να παίζουμε σήμερα, σε κάποιο άλλο.

 Να πάψουμε να παίζουμε στο «γήπεδό» τους.

Έχει τεράστια σημασία… και αυτό το «να πάψουμε να παίζουμε στο γήπεδό τους» δεν είναι ούτε πρόβλημα ιδεολογικών τοποθετήσεων ούτε πρόβλημα ψυχολογικής προδιάθεσης. Μπορεί να γίνει μόνο με αλλαγή του τρόπου. Ξέρετε αν έχει ένα καλό: η κρίση που ζει η Ελλάδα και επιτρέψτε μου να το προεκτείνω η κρίση η οποία σαφώς διευρύνεται -θέλει πολύ μελέτη και πολύ ψάξιμο- αλλά νομίζω ότι γίνομαι τουλάχιστον κατανοητός, προτείνεται η κλίση στο πολιτισμικό μας παράδειγμα πια. Είναι φανερό ότι ζούμε σε ένα πολιτισμό δηλαδή σε ένα τρόπο βίου ο οποίος τρίζει. Μοιάζει να είναι έτοιμο να καταρρεύσει το πολιτιστικό παράδειγμα. Πότε καταρρέει ένα παράδειγμα; Πολύ απλά όταν παύει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ανθρώπων. Όταν η οικονομία που είναι μια ζωτική λειτουργία εξυπηρέτησης των ανθρώπινων ανταλλακτικών και παραγωγικών σχέσεων αυτονομείται από τις ανθρώπινες σχέσεις και γίνεται μια αυτόνομη λειτουργία ουσιαστικά δεν προϋποθέτει καν την παραγωγή, αλλά είναι ένα παιχνίδι, ένας τζόγος, στα διεθνή χρηματιστήρια και θα έχετε ίσως δει στις εφημερίδες, ότι ένα ποσοστό περίπου του 6% ή 8% του χρήματος που κυκλοφορεί διεθνώς ανταποκρίνεται σε πραγματική παραγωγή αγαθών. Το υπόλοιπο είναι αυτό που λέμε «φούσκα». Όταν λοιπόν η οικονομία παύει να υπηρετεί τις ανθρώπινες ανάγκες, όταν η πολιτική παύει να υπηρετεί την κοινωνία, αυτονομείται από την κοινωνία και γίνεται ένα παιχνίδι καθ’ εαυτό. Βλέπετε τους πολιτικούς οι οποίοι δεν μπορούν, είναι πια τέτοιοι οι όροι αυτού του παιχνιδιού που φτάνουν να στερούνται τη δυνατότητα να κουβεντιάσουν να προβληματιστούν για ένα κοινωνικό πρόβλημα. Δεν μπορούν. Συζητούν και σαφώς η έγνοια τους και προτεραιότητά τους είναι τι εντυπώσεις θα προκαλέσουν, δηλαδή πώς θα πετύχουν να εξυπηρετηθεί η επανεκλογή τους. Πέρα από την επανεκλογή τους, τα κοινωνικά προβλήματα, η πραγματικότητα η κοινωνική δεν τους ενδιαφέρει. Είναι επαγγελματίες μιας διαχείρισης εξουσίας ανεξάρτητης από την κοινωνία. Όταν λοιπόν τέτοιες ζωτικές λειτουργίες, όπως είναι η οικονομία και η πολιτική αυτονομούνται από την κοινωνία, αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να διαρκέσει πολύ. Γιατί; Εκδικούνται οι ανθρώπινες ανάγκες. Υπάρχει μια δυναμική, κάποιος δεδομένος νόμος στη συμβίωση των ανθρώπων που όταν οι ανάγκες οι συνολικές δεν ικανοποιούνται με τον τρόπο που οι θεσμοί έχουν οριοθετήσει για να συμβαίνει αυτό, τότε το σύστημα καταρρέει. Πότε θα καταρρεύσει το παράδειγμα; Σε 100 χρόνια; Σε 5 χρόνια; Αυτό κανείς δε μπορεί να το προβλέψει όπως και κανείς δε μπορεί να προβλέψει τι θα ακολουθήσει. Οι λύσεις σε τέτοιες διακρίσεις τόσο σε γενικό επίπεδο -επίπεδο πολιτιστικού παραδείγματος- όσο και στο επίπεδο μιας συγκεκριμένης(11.38) κοινωνίας, οι λύσεις γεννιόνται, δεν είναι συνταγές. Κι όταν λέμε γεννιόνται κυριολεκτουμε, δημιουργούνται οι λύσεις, συγκροτούνται, αναδύονται μέσα από παράγοντες και από συνθήκες οι οποίες δε μπορούν να προβλεφθούν. Υπάρχει, τολμώ να πω και είναι προς επαλήθευση, μια τέλεια απροσδιοριστία στον εντοπισμό των λύσεων που ζητάμε. Βέβαια μέσα στο παιχνίδι της πολιτικής και μέσα στην αντίληψη της πολιτικής ως παιχνιδιού, εφευρίσκονται πάρα πολλά τεχνάσματα˙ και βλέπετε ότι κάθε τόσο εμφανίζεται ένα τέχνασμα, ένα κόκκαλο για να γλείφουμε και να ψιλοπαρηγορούμαστε.

Ένα τέτοιο είναι ας πούμε το «πλεόνασμα». Το πρωτογενές πλεόνασμα, θα υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα από το 2014, άρα θα αλλάξει ριζικά η κατάσταση. Ή άλλο τέχνασμα, αν βρούμε κάποιες εξισορροπήσεις σε νούμερα καθαρά του προϋπολογισμού είναι δυνατό να μη γίνουν άλλες απρόσωπες περικοπές μισθών και συντάξεων. Κάθε τόσο -προσέξτε το- εμφανίζεται μια τέτοια επαγγελία η οποία είναι πραγματική προσβολή για τη νοημοσύνη μας. Είναι δυνατόν για μια κοινωνία η οποία δε στρέφει την προσοχή της στο να παραγάγει, να δημιουργήσει δυνατότητες και εκ του μηδενός δουλειάς και παραγωγής, γιατί ξέρετε εκείνο το οποίο δε συζητιέται καθόλου είναι ακριβώς το τι μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας και τι μπορούμε να κάνουμε με τις δυνάμεις μας. Τα πάντα τα περιμένουμε ή από ένα πρόγραμμα το οποίο θα ορίσουν οι δανειστές μας όλο και πιο εξοντωτικό βασικών λειτουργιών της χώρας -αυτό που λέμε κοινωνικό κράτος δεν είναι μια φιλανθρωπία η οποία είναι ένα αξεσουάρ της ζωής μας. Είναι ζωτικές λειτουργίες η υγεία, το σχολείο, η δημόσια τάξη, η ενέργεια με το ηλεκτρικό, οι δρόμοι, είναι ζωτικές λειτουργίες της ζωής. Δεν είναι κάποιες διευκολύνσεις τις οποίες παρέχουν κάποιοι για ν αμπορούν οι υπόλοιποι να κουτσοβολεύονται.- Φυσικά δεν υπάρχει καν υποψία ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να συλλάβουν κάποιες τολμηρές λύσεις, να αρχίσουμε να παίζουμε σε άλλο «γήπεδο».

Έχει γραφτεί μέσα σε αυτές τις επιφυλλίδες μερικές φορές, για παράδειγμα τι θα στοίχιζε σήμερα (ή καλύτερα δε θα στοίχιζε τίποτε περισσότερο στον προϋπολογισμό της χώρας) εάν η προσπάθεια ήτανε:

Να αποκτήσει η Ελλάδα τα καλύτερα κλασικά λύκεια της Ευρώπης.

Να αποκτήσει η Ελλάδα τις υψηλότερου επιπέδου σχολές θεωρητικών μαθηματικών.

Να γίνει μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση η οποία να αλλάξει ριζικά την νοοτροπία τη χρηστική της εκπαίδευσης και να εντοπίσει τις προτεραιότητες στην ποιότητα της εκπαίδευσης, στην ποιότητα της μόρφωσης, μορφοποίησης των παιδιών.

Δε συζητούνται καν τέτοια θέματα.

Το βιβλίο θα ήθελε να κάνει συντροφιά σε όποιον θέλει να ψάξει τέτοιες αναζητήσεις. Διότι είναι μεν άγνωστο, για να μην πούμε λογικά αδύνατο, να βγούμε συλλογικά από αυτήν την κρίση˙ είναι τέτοιες οι ζημιές, τέτοια η καταστροφή που έχει γίνει που φοβούμαι ότι είναι πια χαμένες και οι δυνατότητες της ανάκαμψης, αλλά ανεξαρτήτως αυτού του προβλήματος του οποίου ίσως άνθρωποι με πολύ ειδικές γνώσεις θα μπορούσαν να το συζητήσουν και να μας το παρουσιάσουν, θα έλεγα λοιπόν ότι συλλογικά ίσως είναι αδύνατο να βγούμε από το «γήπεδο» στο οποίο παίζουμε, ατομικά μπορούμε.   

Ατομικά όταν λέμε όχι «εγώ το ψάχνω», ή «εγώ το σκέπτομαι»… όταν μιλάμε για αλλαγή του τρόπου, οι τρόποι για τη συγκρότηση μιας συλλογικότητας είτε το θέλουμε είτε όχι είναι μόνο δύο:

Είναι ο ατομοκεντρικός και ο κοινωνούμενος.

Σήμερα ζούμε σε ένα πολιτιστικό παράδειγμα όπου είναι εκ καταβολής και οριστικά ατομοκεντρικό. Τα πάντα: όλοι οι θεσμοί, όλη η οργάνωση του βίου προϋποθέτουν κατασφάλιση του ατόμου. Το υλικό για να συγκροτηθεί όλο το οικοδόμημα είναι η έννοια του ατομικού δικαιώματος. Αυτό στην Ελλάδα έχει μορφές οι οποίες δε προϋποθέτουν καν  κάποιες αναστολές… θέλω να πω κάποιες ευρωπαϊκές κοινωνίες με δεδομένη την απειλή της ζούγκλας, του εκβαρβαρισμού που παραμονεύει πάντοτε στις ατομοκεντρικές προτεραιότητες επιστρατεύουν ιστορικούς εθισμούς αιώνων. Παραδείγματος χάριν στην προτεσταντική ηθική. Υπάρχει ένας σεβασμός του χρέους, της έννοιας του χρέους, υπάρχει ένας σεβασμός της έννοιας της τάξης, των προτεραιοτήτων, γιατί αυτές οι κοινωνίες βγήκαν από μια εμπειρία αιώνων πειθαρχίας, ηθικής. Μπορεί σήμερα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού να έχει αποτινάξει κάθε μεταφυσική χροιά αυτών των ριζών αλλά οι ρίζες υπάρχουν. Η προτεσταντική ηθική έχει περάσει στο αίμα αυτών των ανθρώπων.

Εμείς δεν είχαμε τέτοιες ευκαιρίες, γιατί σε εμάς η οργάνωση είχε την προτεραιότητα του κοινωνείν. Και ο κάθε άνθρωπος έδινε εξετάσεις για τις πράξεις του και ελεγχόταν για τις πράξεις του από την κοινότητα. Λειτουργούσε ο έλεγχος (ή ο έπαινος) του δήμου και των σοφιστών. Δηλαδή λειτουργούσε ζωντανή η κοινωνία σχέσεων και αυτή υπολόγιζε ο κάθε ένας για να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του. Όταν αυτό χάθηκε, όταν η κοινότητα έπαψε να υπάρχει στην Ελλάδα, και αυτό είναι επίσης ένα τεράστιο πολιτικό έγκλημα, τότε πέσαμε αυτομάτως στο επίπεδο, στις προϋποθέσεις λειτουργίας της συλλογικότητας που έχει η κάθε κοινωνία λεγόμενη τριτοκοσμική. Δηλαδή οι κοινωνίες οι οποίες βγήκαν από το αποικιοκρατικό καθεστώς. Και ακόμα χειρότερα, διότι εκείνες τουλάχιστον ήταν πιο κοντά στις αρχέγονες παραδόσεις τους, στους εθισμούς τους κλπ. Ο Έλληνας με τη νοοτροπία που δημιουργήθηκε από την ίδρυση του Ελλαδικού κράτους μέχρι σήμερα δηλ. ότι πρέπει οπωσδήποτε να γίνουμε κάτι άλλοι από αυτό που είμαστε, να γίνουμε έθνος εφάμιλλο των ευρωπαϊκών, όχι να προβληματιστούμε ποιες είναι οι ανάγκες μας και πώς θα τις εξυπηρετήσουμε -πρέπει να έχουμε προσλαμβάνουσες από παντού- όχι αλλά πώς θα μιμηθούμε, πώς θα γίνουμε μεταπράτες.

Με αυτήν την αρχή η κατάσταση είναι πραγματικά θηριώδης. Βλέπετε αυτό που συμβαίνει κάθε μέρα. Πρέπει να «χειραγωγηθούμε» λοιπόν σε ένα άλλο «γήπεδο» στο οποίο μπορεί να μας οδηγήσει μόνο η εύρεση άλλου «τρόπου».

Μα όταν ο κυρίαρχος θεσμικά είναι ο ατομοκεντρισμός; Που θα βρεθεί αυτός ο άλλος «τρόπος»;

Μια διαφυγή είναι η γλώσσα.

Η γλώσσα ακόμα παραμένει ένας κοινός τόπος. Ένας κοινός τόπος και τρόπος συνάντησης. Το βιβλίο το οποίο συζητάμε έχει το ιδιάζον το οποίο δίνει απόλυτη προτεραιότητα όχι στις ιδέες που εκθέτει, αλλά στη γλώσσα με την οποία τις εκθέτει. Μπορεί να μας κάνει συντροφιά σε αυτήν την αναζήτηση της δυναμικής που κρύβει η κατοχή της γλώσσας. Για αυτό σχεδόν εσκεμμένα, θα δείτε ότι σε κάθε επιφυλλίδα υπάρχουν δύο, τρεις λέξεις οι οποίες έχουν περιπέσει σε αχρησία, αλλά οι οποίες είναι πάρα πολύ ζωτικές για την εκφραστική μας και πρέπει να τις ξαναβρούμε.

 Είμαστε φτωχοί σε ελπίδες, αλλά είμαστε πλούσιοι στη γλώσσα.

Δεύτερο στοιχείο αλλαγής του τρόπου στο οποίο προσπαθεί να συμβάλει αυτό το βιβλίο είναι η επιμονή στην προτεραιότητα να συνδέουμε την κρίση με τον νόημα της ζωής μας. Έχουν κατορθώσει οι συντελεστές της κρίσης, οι αυτουργοί της κρίσης οι ένοχοι για την κρίση, να μας πείσουν, να μας φτιάξουν έτσι να σκεπτόμαστε την κρίση μόνο με χρηστικές κατηγορίες, για να μην πω πιο σωστά, μέτρα καταναλωτικά. Έχει μειωθεί η καταναλωτική μας ευχέρεια και αυτό το θεωρούμε μέγιστη κρίση. Δεν είναι αυτό. Εκείνο το οποίο είναι μεγάλη απώλεια, είναι ότι δεν έχουν τα πράγματα πλέον νόημα. Βλέπετε την α-λογία που κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια και η οποία αυξάνεται με τρόπο ιλιγγιώδη.

Είναι ανάγκη ανθρώπινη, όχι αντικειμενική, για να περισώσουμε την ποιότητα της ζωής μας, δηλαδή την ανθρωπιά μας. Ποιότητα δε σημαίνει μόνο υλική ευμάρεια, σημαίνει να σώσουμε την ανθρωπιά μας, να μπορούμε ακόμα να μην είμαστε ακοινώνητοι μέσα στη μοναξιά μας, να μπορούμε ακόμα να κοινωνούμε. Να μπορούμε να έχουμε ευαισθησίες, να μπορούμε να είμαστε έτοιμοι για να μοιράσουμε τον εαυτό μας, τη ζωή μας. Αυτά δε μπορούν να γίνουν παρά με τη μετοχή σε άλλο τρόπο. Είπα τη γλώσσα, είπα την αναζήτηση νοήματος. Νοήματος που σημαίνει να μπορώ να ξέρω (όχι ιδεολογικά ή νοητικά, να έχω ψηλαφίσει πια εμπειρικά στη ζωή μου) ότι -αυτό το περίφημο που είπε ο Wittgenstein–   το νόημα του κόσμου πρέπει να βρίσκεται έξω από τον κόσμο, γιατί αν το νόημα του κόσμου είναι μέσα στον κόσμο τότε είναι εντελώς συμπτωματικό όπως κάθε τι άλλο μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Για να μην είναι συμπτωματικό πρέπει να είναι έξω από τον κόσμο.

Τι σημαίνει αυτό;

Δε θα το αναπτύξουμε τώρα, αλλά απλώς θυμίζω ότι δεν υπήρξε ανθρώπινος πολιτισμός που να μην απομνημειώνει, δηλαδή να μην εκφράζει, να μην μαρτυρεί μια πρόταση νοήματος της ύπαρξης του κόσμου της ιστορίας.

Είναι ανάγκη να περισώσουμε κριτήρια διαβάζοντας ένα τέτοιο βιβλίο, για το τι είναι η επαναστατική ορμή. Η επαναστατική ορμή είναι ένα πολύ ζωτικό στοιχείο για τη ζωή του ανθρώπου. Αλλά επανάσταση δε σημαίνει καταστρέφω για την ηδονή της καταστροφής. Επανάσταση σημαίνει την τόλμη για το καινούριο. Την τόλμη για το διαφορετικό, σημαίνει την ετοιμότητα να θυσιάσω πράγματα με τα οποία έχω εθιστεί προκειμένου να συντελεστεί κάτι που είναι για όλους ένα βήμα παραπέρα. Και όταν υπάρχει τέτοιο κίνητρο επαναστατικής ορμής (που είναι οι νέοι οι φορείς αυτής της ορμής, γιατί όλοι μας στη νεανική μας ηλικία περάσαμε μια πολύ υγιή φάση αμφισβήτησης) θέλεις το καλύτερο από το καλό. Και αυτό για να πραγματοποιηθεί θέλει τόλμη. Αυτό που είναι λείπει δραματικά σήμερα από την ελληνική κοινωνία. Και λείπει και η επίγνωση αυτού του πράγματος, είναι η απώλεια της επαναστατικής ζωντάνιας, της ετοιμότητας να αρνηθούμε τα σχήματα που μας οδήγησαν εδώ που μας οδήγησαν.

Έχουμε χάσει την έννοια και τη λογική της διαδήλωσης. Διαδήλωση θα πει: ένα πλήθος ανθρώπων που βγαίνει στους δρόμους να διεκδικήσει κάτι και να διαμαρτυρηθεί για κάτι. Και τότε βλέπετε τα συνθήματα να ξεπηδάνε από τον κόσμο. Αυθόρμητα. Σήμερα αυτό έχει αντικατασταθεί από τη λεγόμενη πορεία, όπου μια σειρά ανθρώπων σε βοσκηματώδη κατάσταση σουλατσάρουν μέσα στο δρόμο, καπνίζουν, συζητάνε, πηγαίνει μπροστά ένας πληρωμένος συνδικαλιστής με τη ντουντούκα και εκφωνεί ένα σύνθημα και οι άλλοι αναμηρυκάζουν. Δεν υπάρχει πιο τραγικό και μελαγχολικό θέαμα από αυτό…

Να περισώσουμε τέτοιες συνειδητοποιήσεις γιατί πράγματα μιλάμε, όταν λέμε διαδήλωση εννοούμε διαδήλωση, όταν λέμε πορεία είναι κάτι άλλο. Είναι η παραίτηση από κάθε προσπάθεια, η εγκατάλειψη σε μια χειραγώγηση σε ένα ποιμνιοστάσιο…

Συμπέρασμα:
το βιβλίο είναι στραβό, μπορεί και κουτό αλλά θέλει να χειραγωγήσει στο ασυμβίβαστο. Νομίζω ότι κάθε εμβαλλωματική διόρθωση της σημερινής κατάστασης μας βυθίζει ακόμα πιο βαθειά στη καταστροφή. Σε προσωπικό επίπεδο νομίζω ότι η σωτηρία είναι να γινόμαστε κάθε μέρα και πιο ασυμβίβαστοι.

βιβλίο

Advertisements

4 responses to “Αλλαγή του γηπέδου

  1. Τό πρόβλημά μας , -κατά τήν γνώμη μου- δέν είναι ούτε πολιτικό ούτε οίκονομικό .
    Είναι Ιστορικό καί έχει νά κάνει μέ τόν τρόπο πού δημιουργήθηκε αύτό τό κράτος ,άπό ποιούς δημιουργήθηκε καί για ποιό λόγο δημιουργήθηκε .

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s