Άρνηση

a.l_piraeus

Το ποίημα Άρνηση είναι το πέμπτο της πρώτης ποιητικής συλλογής Στροφή του Γιώργου Σεφέρη και εκδίδεται το 1931. Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης θα το μελοποιήσει στο Παρίσι, ενώ το 1962 ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης θα χαρίσει τη φωνή του στους στίχους αυτούς και έτσι κάθε τόσο το τραγούδι θα ζωντανεύει στα αυτιά όλων των Ελλήνων στους οποίους και θα έχει χαριστεί για πάντα. Το ποίημα όμως αντίθετα με την μεγάλη υποδοχή που του επιφύλαξε το κοινό της δεκαετίας του ’60 χάνει δύο πολύ βασικά στοιχεία του. Στον κόσμο γίνεται γνωστό ως: «στο περιγιάλι το κρυφό» και στη συνέχεια η τελευταία στροφή του ποιήματος δέχεται ίσως κριτικές άδικα διότι πολλοί είναι εκείνοι που θα υποστηρίξουν ότι «όχι, δεν πήραμε τις ζωές μας λάθος». Συνέχεια

ενύπνιο

typewriter

Στέκομαι ξύπνιος τις ώρες που κοιμάσαι,

«νυχτερινή περίπολο» στα όνειρά σου.

Μ’ έφτιαξε ένας Ρέμπραντ,

υπέροχη αντίθεση με σένα, ήσυχο φως γαλήνιο. Συνέχεια

Λoγ[ισμ]ος και Όνειρο

 

MP2

Επιθυμία: Η τέχνη της αρχιτεκτονικής, να μπορεί να αποκρίνεται θετικά στο ερώτημα της ζωής και με αφορμή αυτήν και δι’ αυτής, ο άνθρωπος να αποκτά την ευαισθησία που με μεγάλη προθυμία προσφέρει απλόχερα και ανιδιοτελώς η τέχνη.

Η φύση, διαπιστώνει ο Kant, κρύβει μέσα της τη βαθιά σκοπιμότητα:  οδηγεί τον άνθρωπο ολοένα στην προσωπική τελειότητα και αυτό με τη σειρά του οδηγεί στο χτίσιμο μιας επιδιωκόμενης κοινωνίας. Η ανεστιότητα του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνη  -χωρίς να υποτιμάται καθόλου το πρόβλημα των αστέγων στους δρόμους στη σύγχρονη εποχή- καθώς ο άνθρωπος φαίνεται να χάνει τον προσανατολισμό του. Εάν βρεθεί αυτός, τότε θα μπορέσει ανάλογα και συνακόλουθα να λυθεί και το πρόβλημα των αστέγων. Η τέχνη, και μαζί με αυτήν η αρχιτεκτονική, ναι μεν οφείλει να διαφυλάσσει το καθήκον αυτό, αλλά μαζί τους ο άνθρωπος θα πρέπει να είναι ικανός να μπορεί να αντιλαμβάνεται το σκούντημα στον ώμο και κάθε τόσο να ανασκουμπώνεται με περισσότερη ελπίδα και όρεξη για αλλαγή. Ο τρυφηλός τρόπος ζωής, η διαρκώς αυξανόμενη τάση του ανθρώπου για απόκτηση υλικών αγαθών[1], χωρίς άμεσα πρακτικούς σκοπούς, η επίπλαστη αρετή και η πολυτέλεια του δαπανηρού φέρεσθαι, που δίνει τάχα τις μιαν ευδαιμονία, είναι τα σημεία εκείνα που ο άνθρωπος οφείλει και πρέπει να αναχαιτίσει προς όφελος του ίδιου του εαυτού και εν τέλει ολόκληρου του κόσμου. Η νιτσεϊκή αντίληψη του Valéry για την αρχιτεκτονική εν γένει, η οποία προτάσσει το «εμείς» έναντι του «εγώ» και η οποία βλέπει την αρχιτεκτονική ως τέχνη εφάμιλλη της μουσικής, είναι ένα σημείο εκκίνησης που οφείλουμε να προσέξουμε. Για να μπορέσει να μας συγκινήσει το κτήριο, όπως το πλάσμα που αγαπάμε, οφείλουμε να διαχειριστούμε την αρχιτεκτονική ως καθεστώς τέχνης και λόγου μέσα από την αυτοσυνείδητη ελευθερία[2], τη μόνη αληθινή ελευθερία, που δύναται να  καθυποτάξει τις σκαιές πτυχές της φαντασίας μας. Όλο αυτό το εγχείρημα απαιτεί μια προσπάθεια, να γνωρίζεις διαρκώς τον εαυτό σου και ταυτόχρονα να τον οικοδομείς[3], που εν τέλει αποτελεί δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο ποιητής επιμένει στην άποψη πως ο άνθρωπος δε γνωρίζει από τι εκπληκτικό εργαλείο είναι καμωμένο το σώμα του[4]. Αυτή η αυτοσυνειδησία που απαιτείται από την τέχνη έχει σαν προορισμό το απόλυτο και αληθές. Συνέχεια