Η αλήθεια ως άρνηση

Μια αναφορά στην Τέχνη

Lorrain_Claude-Ulysses_Returns_Chryseis_to_her_Father

Θέλω να καταθέσω στις επόμενες γραμμές μερικές μόνο από τις σκέψεις μου αναφορικά με την τέχνη και την αλήθεια της, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπως αυτή που διανύουμε στην οποία αφενός η τέχνη εμφανίζεται στην καλύτερη των περιπτώσεων ως ένα εμπορευματοποιημένο είδος προς απόκτηση που θα στολίσει το σαλόνι μας, ή στη χειρότερη μια ολοένα παραγκωνισμένη αξία και αφετέρου ο αμοραλισμός και η βαρβαρότητα -που σχετίζονται άμεσα με την αλήθεια- μέσα στην κοινωνία κατέχουν θέση κραταιά και ολοένα αυξανόμενη. Οι σκέψεις αυτές στο μεγαλύτερο εύρος τους έχουν την καταγωγή τους από την σκέψη του  Heidegger, ο οποίος κάποια στιγμή μέσα στην πορεία του έργου του εμφανίζει ένα κείμενο για την τέχνη το οποίο υπερβαίνει τα όρια της κλασικής Αισθητικής φιλοσοφίας που γνωρίζαμε,  για να μιλήσει εντούτοις για το πολύ γνωστό και οικείο του πεδίο της μεταφυσικής, της οντολογίας. 

Η τέχνη αποτελεί κατά κανόνα το γεωμετρικό τόπο, μέσα στον οποίο λαμβάνουν χώρα όλες εκείνες οι εσωτερικές σκέψεις και διαθέσεις του ανθρώπου, οι οποίες καλούνται μέσα από νοητικές διεργασίες να μεταστοιχειωθούν σε «κάτι άλλο» και να αναδυθούν στην επιφάνεια από τον λεγόμενο καλλιτέχνη και τελικά να δοθούν προς κρίσιν στους αποδέκτες μέσω των αισθητηριακών τους αντιλήψεων που προϋποθέτει η εμπειρία. Με άλλα λόγια δηλαδή, αυτό που αποκαλούμε τέχνη, είναι μια άλλου είδους επικοινωνία ενός πολύ ιδιαίτερου ατόμου -του καλλιτέχνη- με τον έξω κόσμο. Μια γέφυρα η οποία, όπως οι λέξεις, κοινωνούν ιδέες και σκέψεις και μέσω αυτών, μπορεί είτε ο κόσμος να αλλάζει, είτε μέσω της τέχνης να κατέχει μια κριτική στάση απέναντι σε κάτι που ήδη συμβαίνει μέσα σε μια δεδομένη πραγματικότητα.

Εκείνο το οποίο πάντα σχεδόν έχει ο καλλιτέχνης στο μυαλό του επιχειρώντας την παραγωγή του έργου τέχνης είναι να μπορεί να συλλαμβάνει και να αποδώσει το ωραίο, το οποίο ως γνωστόν από καιρού εις καιρόν μάλλον άλλαζε και συνεπώς το ωραίο μπορούμε να του αποδώσουμε το προσωνύμιο  «διαφεύγων», όχι μόνο εξαιτίας της αέναης μεταλλαγής του, αλλά κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας εύρεσης ορισμού του. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, στην πολύ αρχή της ιστορίας του προσδιορισμού του ωραίου, η διαρκώς δυσχερέστατη θέση του Ιππία στο ομώνυμο πλατωνικό έργο, όταν ο Σωκράτης απευθυνόμενος στον μεγάλο ρήτορα, διαρκώς τον έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση, με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι δύο άντρες να προσδιορίσουν τι είναι αυτό που αποκαλούμε «ωραίο».

Έτσι λοιπόν, ωραίο και αλήθεια αποτελούν διαρκώς ένα δίπολο που ολοένα φανερώνεται μπροστά σε εκείνους οι οποίοι προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει με αυτόν τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε πολιτισμικής δραστηριότητας του ανθρώπου που αποτελεί αυτό που λέμε Τέχνη. Διαμέσου της τέχνης όμως και εφόσον ο καλλιτέχνης προσπαθεί να αναδύσει μέσα από τα τρίσβαθα του εγώ του, ιδέες και έννοιες έτσι ώστε να τους δώσει αισθητή μορφή, με σκοπό να τις κοινωνήσει με τον υπόλοιπό κόσμο, φανερώνεται κάτι μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο. Τι είναι αυτό το μοναδικό ανόμοιο και ανεπανάληπτο που φανερώνεται μέσα στην τέχνη; Μα φυσικά η μοναδική ετερότητα εκείνου του προσώπου που την ασκεί, ο οποίος περιγράφεται με τα λόγια του Immanuel Kant ως μεγαλοφυΐα, γιατί εκείνος έχει την ιδιαίτερη ικανότητα να διαβάσει τη φύση, να αντλήσει από αυτήν αρχές και να πράξει κάτι νέο μέσα από τη λειτουργία του νου και της αφαίρεσης. Ο Γερμανός φιλόσοφος δεν ρίχνει άπλετο φως στο σημείο αυτό της καλλιτεχνικής παραγωγής, αλλά ύστερα από πολλά χρόνια στη σύγχρονη εποχή ένας άλλος Γερμανός φιλόσοφος, ο Martin Heidegger, μας εξηγεί αυτό το μοναδικό συμβάν που λαμβάνει χώρα μέσα στο έργο τέχνης. Ούτως ή άλλως ο Kant ενδιαφέρεται για κάτι πάρα πολύ διαφορετικό από τον Heidegger, μολονότι οι δύο άντρες δεν συναρμόζουν απαραίτητα αρμονικά.

Το έργο τέχνης, ακριβώς επειδή είναι μια διαδικασία, ένα γεγονός παραγωγής, δεν αποτελεί προϊόν στα μάτια του Heidegger (το έργο τέχνης δεν είναι πράγμα, δεν είναι εργαλείο), αλλά συνιστά γεγονός φανέρωσης της ετερότητας του κάθε προσώπου, μέσα από το οποίο ένας ολόκληρος κόσμος ξανοίγεται και προσφέρεται χωρίς φειδώ προς εξερεύνηση στον κόσμο. Το έργο τέχνης με άλλα λόγια, εναντιώνεται σε κάθε μορφή χρησιμοθηρίας -στο σημείο αυτό επιχειρώ να συμβάλλω και την άποψη του Kant μολονότι δε συμβαδίζει όπως προείπα με εκείνη του Heidegger ότι το ωραίο, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση απόρροια μιας εσωτερικής επιθυμίας απόκτησής του- και με τον τρόπο αυτό οδηγούμαστε με ευθεία πορεία προς την πρώτη μεγάλη «έκπληξη» του ανθρώπινου είδους, δηλαδή την αλλαγή κατεύθυνσης από την κοινωνία της χρείας, στην κοινωνία του αληθούς.

Αυτή η αλλαγή συντελέστηκε πριν από 2.500 χρόνια, όταν ο άνθρωπος αναζήτησε πέραν των ζωτικών του αναγκαιοτήτων και καταστάσεις οι οποίες υπερβαίνουν τις απλές καθημερινές ανάγκες. Στο σημείο αυτό έρχεται η πρώτη σύγκλιση της τέχνης με τον τρόπο με τον οποίο κατοικούσε αυτός ο αρχαίος πολιτισμός των Ελλήνων. Η δομή της κοινωνίας τους και οι προτεραιότητες οι οποίες έθεταν αφορούσαν στην αναζήτηση του αληθούς και στην προσπάθεια μέθεξης σε αυτό. Η κοινωνία δηλαδή με τον τρόπο που λειτουργούσε προσπαθούσε να φανερώσει εκείνο το οποίο καταλάβαινε ως αληθές και να το εφαρμόσει μέσα στην καθημερινή ζωή. Έτσι φτιάχνει αυτό που λέμε πόλη.

Η έννοια της αλήθειας, η οποία με την «επέλαση» της Νεοτερικότητας, χάνει την αρχέγονη σημασία της, αλλάζει κατά κάποιο τρόπο τον προσανατολισμό του νοήματός της και ενδυναμώνεται από το «εγώ» του ανθρώπου [εγκρίνω ως αλήθεια εκείνο το οποίο εγώ μπορώ και ελέγχω με τη δυνατότητα του νου], αρχικώς σήμαινε ακριβώς αυτή την φανέρωση, αυτήν την ανασυγκρότηση των κρυμμένων και καταχωνιασμένων έξω στο φως. Ήταν ένα σημείο στο οποίο συνέκλινε ολόκληρη η κοινωνία των πολιτών της Αρχαίας Ελλάδας και αναδείκνυε το εμείς έναντι του εγώ και αυτό πολύ ορθά φαίνεται στη φράση του Ηράκλειτου  «καθ’ ό,τι αν κοινωνήσουμων, αληθεύομεν, α δε αν ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα». Τούτο σημαίνει ότι από πολύ νωρίς ο άνθρωπος νιώθει την ανάγκη για έκφραση, είναι δυνατόν και μπορεί να κατασκευάσει κάτι μόνο και μόνο προς δική του ευχαρίστηση και μετά να το πετάξει, όπως ισχυρίζεται ο Paul Valéry, και φυσικά μέσα σε αυτό το έργο φανερώνεται ένας ολόκληρος κόσμος. Αυτή η φανέρωση συνιστά την αλήθεια. Η αλήθεια δηλαδή απουσιάζει από καθετί κρυφό, αρνείται το σκοτάδι και διαρκώς αναδύεται στο φως. Ο Heidegger ισχυρίζεται στην οντολογική του φιλοσοφία -και όχι Αισθητική- ότι αυτή η φανέρωση μπορεί να συμβαίνει ως μια διαρκής διαμάχη μέσα στο έργο τέχνης μεταξύ του κρυφού και σκοτεινού διονυσιακού (γη) με το φωτεινό απολλώνιο (κόσμο) που αναδύεται.

Το έργο τέχνης είναι ζωντανό. Έχει την ικανότητα να εξίσταται από την ίδια του την εποχή και χωροχρονική του κατασκευή. Το γεγονός αυτό το καθιστά αυτομάτως μια αυτοτελή ύπαρξη όπως ακριβώς είναι και ο άνθρωπος, στον οποίο το καθοριστικό σημείο της ύπαρξης του οφείλεται στο γεγονός της ελεύθερης αυθυπέρβασης του εαυτού του, με σκοπό να δοθεί με ανιδιοτέλεια στον άλλον. Αυτό αφορά στο σημαινόμενο του έρωτα. Το έργο τέχνης μας φανερώνει έναν κόσμο, μια εποχή και μας μιλά με άλλη γλώσσα για τον παρελθόντα χρόνο. Για άλλη μια φορά ο Heidegger μέσα στο πόνημά του για την τέχνη, Η Προέλευση του Έργου Τέχνης, μας παραθέτει συλλογισμούς του Ηράκλειτου: «ενώ στους ανθρώπους λανθάνουν (=παραμένουν κρυμμένα) όσα κάνουν, εφόσον αυτοί επιλανθάνονται (=λησμονούν, δηλαδή αφήνουν τα όντα να παραπέσουν μέσα στην κρυπτότητα), η α-λήθεια έγκειται στον όχι κρυφό χαρακτήρα των όντων, άρα στη μη κρυπτότητά τους». Είναι ξεκάθαρη η στροφή του Γερμανού φιλοσόφου προς την προ-νεοτερική εποχή, προσπάθεια μέσα στην οποία προσπαθεί να ορίσει έναν ηθικό πυρήνα ο οποίος βρίσκεται μέσα στο έργο τέχνης, αποκάλυψη του Είναι μας, και δια του οποίου εμείς οι άνθρωποι φανερώνουμε έναν ολόκληρο πολιτισμό (=έναν τρόπο του βίου).

Το έργο τέχνης συνεπώς,  δε μπορεί στη μετανεοτερική, ήτοι σύγχρονη εποχή, να παραμένει στις αγκυλώσεις της νεοτερικότητας αγκιστρωμένο σε προσωπικές βεβαιότητες και αλήθειες. Η επιστροφή του βλέμματος στην προνεοτερική εποχή, είναι αυτή η οποία φαίνεται να αποτελεί καθοδηγητή για τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να κοιτάξουμε το έργο τέχνης και την αλήθεια. Η φανέρωση αυτής, αφορά το σύνολο των ατόμων μιας κοινωνίας και μόνο τότε η αλήθεια αποκτά δύναμη και συνέπεια γιατί «κοινωνείται».

Μέσα σε ελάχιστες και πρόχειρες γραμμές και από ένα αυστηρώς αρχιτεκτονικό παράδειγμα και μάλιστα ελληνικό, τον Άρη Κωνσταντινίδη, θα προσπαθήσω να αναδείξω αυτήν την αρχέγονη σημασία της αλήθειας ως άρνηση της απόκρυψης.

Είτε ο γερμανομαθής αρχιτέκτονας είχε πλήρη συνείδηση των όσων έλεγε, είτε αυστηρά επηρεασμένος από την μοντερνικότητα της εποχής, το μόνο σίγουρο είναι ότι με τον τρόπο που ήθελε να χτίζει -και έχτιζε- και ο τρόπος που προωθούσε στα γραπτά του κείμενα την αρχιτεκτονική, την αληθινή αρχιτεκτονική όπως έλεγε, ήταν κατ’ ουσίαν εκείνος της ηρακλείτειας άποψης, δηλαδή της φανέρωσης. Ο κατ’ εξοχήν αρχιτέκτονας της διαφάνειας στην Ελλάδα του ’60, με τον οποίο όλες του οι κατασκευές φανερώνουν το «είναι» της ουσίας τους, φανερώνουν τον τρόπο με τον οποίο το οικοδόμημα έχει στηθεί, φανερώνουν όχι μόνο τη λειτουργία τους αλλά κυρίως τα οστά τους. Αυτό μας εξηγεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο το γεγονός ότι ακόμα και σε μια «άψυχη» κατασκευή, μπορεί να επισυμβαίνει ένα γεγονός φανέρωσης. Το γεγονός αυτό βέβαια δεν είναι αποκολλημένο από την ιδιαιτερότητα του αρχιτέκτονα καλλιτέχνη, διότι ο Άρης Κωνσταντινίδης αυτό πίστευε και αυτό υπηρετούσε και συνεπώς ήταν ένας ίσως από τους λόγους αυτή η αυστηρή προσήλωση στις οικουμενικές αρχές του, η οποία του στέρησε πληθώρα κτισμένου έργου. Ο Κωνσταντινίδης ο οποίος έχει σπουδάσει στη Γερμανία και η παιδεία του ακολουθεί τα χνάρια της πρωτοπορίας της Ευρώπης, επιστρέφει στην πατρίδα του για να χτίσει κομίζοντας όμως στην τέχνη εκείνο το οποίο θεωρούσε ελληνικό για τον τόπο στον οποίο έχτιζε, χωρίς να μεταφέρει δουλικά ό,τι είχε μάθει πρότερα στη Δύση. Η φράση του Κωνσταντινίδη «πες μου πως χτίζεις για να σου πω ποιος είσαι και πες μου ποιος είσαι για να σου πω πως χτίζεις» απηχεί νομίζω, πολύ όμορφα και απλά και κυρίως συμπυκνωμένα τα λόγια του Martin Heidegger (στου οποίου την πατρίδα άλλωστε σπούδασε). Θα μπορούσε κανείς να ασκήσει μια κριτική αναφορικά με τη χρήση της πέτρας για παράδειγμα ως στοιχείο πληρώσεως των οικοδομημάτων του, η οποία συνεπάγεται ουσιαστικά τη μη εκμετάλλευση της ιδιαίτερης ικανότητας της πέτρας στην παραλαβή φορτίων. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο γεγονός η διαφάνεια με την οποία συνήθιζε ο Κωνσταντινίδης να συμπεριφέρεται στα κτήρια του και αυτή του την ασκητική τού την αναγνωρίζουμε. Από  την Ελλάδα στην Ευρώπη και από την Ευρώπη επιστροφή στη γενέτειρα, η φανέρωση συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο της τέχνης και της πολιτισμικής έκφρασης.

Άρης Κωνσταντινίδης, κατοικία στην Ανάβυσσο

Άρης Κωνσταντινίδης, κατοικία στην Ανάβυσσο

Ακόμα και σε μια εντελώς διαφορετική έκφραση της τέχνης, στην ποίηση, ο Ελύτης μας πληροφορεί για τη διαφάνεια της γλώσσας. Μας αποκαλύπτει τη δύναμη του να είναι μια γλώσσα με τον τρόπο που βγάζει προς τα έξω το σώμα της. Φανερώνει δηλαδή η γλώσσα η ελληνική  το «τι εστί», το ρήμα, το «ενεργείν» της κάθε λέξης. Αν θέλουμε να μάθουμε τη σημασία των λέξεων αρκεί και μόνο να ακούσουμε λέει σε άλλο σημείο του Heidegger αναφορικά με την ελληνική γλώσσα, αυτό που θέλει να μας πει. Να την αφήσουμε να μιλήσει και κυρίως να καταλάβουμε ότι εκείνη αποτελεί το βασικό στοιχείο συγκρότησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Παράνομα και καταχρηστικά, συμπληρώνει ο Γερμανός φιλόσοφος, ο άνθρωπος ασκεί εξουσία πάνω στη γλώσσα. Η γλώσσα είναι η δέσποινα του ανθρώπου και αυτή μας αποκαλύπτει, φέρνει δηλαδή στο φως όσα εμείς αναζητούμε.

Ήθελα να δείξω με αυτό μου το σημείωμα το γεγονός ότι η τέχνη αποτελεί για τον άνθρωπο κεντρική πολιτιστική έκφραση και όχι δευτερεύουσα πρακτική, αποτελεί βαθειά ανάγκη, μέσα από την οποία όμως φανερώνεται ένας κόσμος και που στη συνέχεια εμείς οι ακόλουθοι το όποιου πολιτισμού μαθαίνουμε, παραλαμβάνουμε ως παράδοση, συνεχίζουμε, αλλάζουμε, καλυτερεύουμε και εν τέλει αποδίδουμε σε νεότερους. Η τέχνη σώζει και μέσω αυτής ο άνθρωπος ξανακερδίζει τη ζωή.

Σε μια κοινωνία με ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα, με ολοένα αυξανόμενα τα οφέλη και το κέρδος του ατόμου έναντι της κοινωνίας, ολοένα αποθησαύριση πλούτου χωρίς να μπορεί να εξαργυρωθεί σε αυτή τη ζωή ο πλούτος  αυτός, εκτιμώ ότι μάλλον κάποια πράγματα έχουν χαθεί στο δρόμο, μολονότι σε κάθε περίοδο του ανθρώπου υπάρχουν φωτεινότατες εξαιρέσεις που πάντα δίνουν θάρρος. Αλλά είναι εξαιρέσεις…  Υπάρχει ξανά μια ανάστροφη πορεία της κοινωνίας του αληθούς στην κοινωνία της χρείας. Αναζητούμε μόνο ότι είναι εφήμερα πρακτικό για τη ζωή, αποκοιμίζοντας έτσι οποιαδήποτε κριτική σκέψη του νου, τον οποίο μπορεί να κρατά ζωντανό και πάντα εν εγρηγόρσει. Αποστρέφουμε το πρόσωπο από κάθε τι αληθινό (και συνεπώς κουραστικό για τον ανθρώπινο βίο) και αναζητούμε το εύκολο και ενίοτε εντυπωσιακό (χωρίς να ισχυρίζομαι ότι μια εντυπωσιακή σκέψη ή πρακτική είναι απαραιτήτως κακή), το οποίο σαφέστατα σαν πυροτέχνημα θα σβήσει. Κεντρικό ερώτημα που τίθεται στο τέλος και πάλι κάθε φορά εξ αρχής, είναι εάν και κατά πόσον εμείς σήμερα οι νέοι κάτοικοι αυτής της γης κομίζουμε κάτι εις την τέχνη.

Δε θα επιχειρήσω να απαντήσω στο παραπάνω ερώτημα, το αφήνω ανοιχτό. Θα επιχειρήσω να απαντήσω σε ένα άλλο ερώτημα.
Θα μπορούσε η τέχνη με την αλήθεια την οποία κομίζει τελικά  στον κόσμο να αποτελεί όπλο;
Θα μπορούσε. Και μάλιστα όπλο μαζικής ανατροφής.

εικόνα: Claude Lorrain,  Ο Οδυσσέας επιστρέφει τη Χρυσηίδα στον πατέρα της, 1644

Η Δύση κοιτάζει την Ελλάδα, στην τοπιογραφία της και τη θεματογραφία της

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s