«Μεταφυσική και Φυσική κατά τον Descartes »

Statue de René Descartes, place Anatole-France

Statue de René Descartes, place Anatole-France

ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΤΡΑΠΕΖΑ «Μεταφυσική και φυσική κατά τον Descartes »

[Με αφορμή την έκδοση του έργου του ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ Ι & ΙΙ – ΓΑΛΛΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ –  15/4/2013]

ΑΝΑΠΟΛΙΤΑΝΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ

Στην ιστορία της φιλοσοφίας ο 17ος αι αποτελεί κομβικό χρονικό διάστημα. Ο φιλοσοφικός στοχασμός ανανεώνεται ριζικά με τον Rene Descartes και εγκαινιάζεται μια νέα εποχή επαναπροσδιορισμού των ορίων της φιλοσοφίας και οι φιλόσοφοι που εμφανίζονται, δρουν και γράφουν κατά τον αιώνα αυτό καθώς και κατά τις αρχές του 18ου ταξινομούνται εκ των υστέρων ως ρασιοναλιστές και ως εμπειριστές ή εμπειριοκράτες. Κατά τον Francis Bacon σε ένα αρχικό χαρακτηρισμό των δύο όρων «οι εμπειριστές είναι σαν τα μυρμήγκια, μαζεύουν υλικό και το χρησιμοποιούν, οι ρασιοναλιστές όμως είναι σαν τις αράχνες, φτιάχνουν ιστούς γύρω από τον εαυτό τους». Ο αρχικός αυτός χαρακτηρισμός δεν εμπεριείχε και δεν θα μπορούσε να εμπεριέχει σαφή αναφορά στους αργότερα ταξινομηθέντες ως ρασιοναλιστές ή ως εμπειριοκράτες φιλοσόφους. Παρά ταύτα στον πυρήνα του θα μπορούσε να ανιχνεύσει κανείς την αντίληψη ότι οι εμπειριοκράτες θεωρούν φιλοσοφικά πρότερη την αισθητηριακή εμπειρία ενώ οι ρασιοναλιστές τον νου με τις a priori δομές του. Ως ρασιοναλιστές φιλόσοφοι θεωρούνται οι Καρτέσιος, Nicolas Malebranche, Benedictus Spinoza, Gottfried Wilhelm Leibniz. Ο Malebranche, ένας κλασικός καρτεσιανός φιλόσοφος, θεωρείται ότι δεν είναι της ίδιας τάξης μεγέθους με τους άλλους τρεις, έτσι η ρασιοναλιστική σχολή φιλοσοφίας εκπροσωπείται κατά βάση από τους Καρτέσιο, Spinoza και Leibniz. Είναι γενικώς λοιπόν παραδεκτό ότι σύμφωνα με εκ των υστέρων ταξινόμηση των φιλοσόφων του 17 ου αι οι δύο βασικές κατηγορίες στις οποίες αυτοί τοποθετούνται είναι όπως είπαμε πρώτον η κατηγορία των ρασιοναλιστών και δεύτερον των εμπειριοκρατών φιλοσόφων.

Ο διαχωρισμός των πρώτων από τους δεύτερους γίνεται κυρίως με βάση τις θέσεις τους σε δύο σημαντικά φιλοσοφικά ερωτήματα. Το πρώτο αναφέρεται στο ρόλο της εμπειρίας στη γνωσιακή αλυσίδα. Είναι η εμπειρία γνωσιακώς πρότερη; Είναι η εμπειρία η πηγή της γνώσης; Η απάντηση των εμπειριοκρατών φιλοσόφων στο ερώτημα πέραν των επιμέρους διαφορών τους είναι θετική. Ο νους του ελλόγου όντος είναι γνωσιακά κενός, είναι ένας ευαίσθητος υποδοχέας εμπειρικών ερεθισμάτων τα οποία ακολουθώντας την οδό των αισθήσεων κυριολεκτικά του εντυπώνονται διαμορφώνοντας τον. Η απάντηση των ρασιοναλιστών πέραν ξανά των επιμέρους διαφορών τους είναι η εξής: δεν είναι η εμπειρία η πηγή της γνώσης. Ο νους του ελλόγου όντος δεν είναι γνωσιακά κενός. Στη γνωσιακή αλυσίδα, ο νους είναι πρότερος της εμπειρίας. Η εμπειρία παίζει μόνο επικουρικό ρόλο στη διαδικασία της εκμαίευσης και ανάδυσης της αλήθειας. Ο νους είναι η πραγματική πηγή της γνώσης. Έννοιες και αλήθειες υπάρχουν εν υπνώσει στον ανθρώπινο νου. Μεταφορικώς και κατά μία έννοια κυριολεκτικώς, κυοφορούνται[1].

Το δεύτερο ερώτημα αναφέρεται στο οντολογικό status των γενικών αφηρημένων ιδεών στο οντολογικό δηλαδή status των παραδοσιακών πλατωνικών ιδεών, των αριστοτελικών καθ’ όλου, των universalia των μεσαιωνικών, των universals της σύγχρονης αγγλοσαξωνικής φιλοσοφίας. Το ερώτημα αυτό είναι κεντρικό στη φιλοσοφία και όχι μόνο. Είναι ερώτημα που βρίσκεται σε κάθε εγχείρημα θεμελίωσης μιας επιστημονικής περιοχής. Η απάντηση των εμπειριοκρατών είναι σε γενικές γραμμές η εξής: δεν υπάρχουν. Στην καλύτερη περίπτωση οι γλωσσικοί όροι που υποτίθεται ότι τα αντιπροσωπεύουν έχουν νόημα επιμεριστικό και χρηστικό. Είναι γλωσσικά συντακτικά κατηγορήματα χωρίς οντολογικά αντίστοιχα. Η απάντηση των ρασιοναλιστών έχει ως ακολούθως: τα καθ’ όλου, τα universalia, υπάρχουν και είναι οντολογικώς πρότερα των «μορφοποιημένων» αντικειμένων. Οι ιδιότητες υπάρχουν καθεαυτές. Δεν είναι δηλαδή αναπόσπαστες από το αντικείμενο, μορφές αναγκαίων μορφοποιημένων αντικειμένων. Τέλος, κατά τους ρασιοναλιστές φιλοσόφους του 17 ου αι, η έδρα και η πηγή των καθ΄όλου είναι ο νους του δημιουργού, πεπερασμένη εκδοχή ή ομοίωμα του οποίου, είναι οι επιμέρους νόες των ανθρώπων ως πεπερασμένων ελλόγων όντων.

Ο Rene Descartes γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη στη La Haye en Touraine που σήμερα φέρει το όνομα του, στις 31 Μαρτίου 1596. Η μητέρα του απεβίωσε λίγο μετά τη γέννηση του και έτσι ανετράφη από τη γιαγιά του. Κατά την παιδική του ηλικία ήταν φιλάσθενος και γι αυτό όταν φοίτησε στο νεοϊδρυθέν κολλέγιο των Ιησουιτών Λα Φλες στην Λε-Γκραν του επετράπη κατ εξαίρεση να αναπαύεται τα πρωϊνά. Ο Descartes εγκατέλειψε το Λα Φλες περίπου το 1614 και αφιερώθηκε στην εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής του, στη νομική, στο Πουατιέ την οποία ολοκλήρωσε το 1616. Εγκατέλειψε τη Γαλλία λίγο αργότερα και μετά από σειρά περιπλανήσεων κατά τη διάρκεια των οποίων φαίνεται ότι επείσθη για την αποστολή του να ιδρύσει ένα νέο φιλοσοφικό σύστημα επέστρεψε και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, το 1625 για τρία χρόνια. Εκεί ξεκίνησε τη σοβαρή ενασχόληση του με τη φιλοσοφία και φαίνεται ότι συνέγραψε μεγάλο μέρος της Γεωμετρίας του που τελικώς εκδόθηκε το 1637. Σε αυτήν εισήγαγε και επεξεργάστηκε αλγεβρικούς τρόπους διαπραγμάτευσης γεωμετρικών προβλημάτων, θεμελιώνοντας έτσι την αναλυτική γεωμετρία. Το 1629 αποφάσισε να εγκατασταθεί μονίμως στην Ολλανδία, όπου βρήκε ως ιδανικό περιβάλλον για απομόνωση και πνευματική εργασία την Ολλανδική ύπαιθρο. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, είχε όμως σχέση με την οικιακή βοηθό του Helene, με την οποία απέκτησε μια κόρη την Francine την οποία έχασε με τραγικό τρόπο όταν ήταν 5 ετών. Στα μέσα της δεκαετίας του 1640 είχε ήδη εκπονήσει σημαντικό μέρος της φιλοσοφικής δουλειάς του και είχε αποκτήσει διεθνή φήμη. Το 1644 εμφανίστηκε το μέγιστο έργο του, Magnus Opus, γραμμένο στα λατινικά «Αρχές της φιλοσοφίας». Το 1649 δέχτηκε μια πρόσκληση να επισκεφτεί τη βασίλισσα της Σουηδίας Χριστίνα η οποία είχε διαβάσει τις «Αρχές» και είχε εκφράσει το ενδιαφέρον της. Στην αυλή της στη Στοκχόλμη, εκεί, αναγκασμένος να την περιμένει καθημερινά στις 5 το πρωί για τα μαθήματα φιλοσοφίας που άρχισε μαζί της τον Ιανουάριο του 1650 και απασχολημένος με μια σειρά ασχέτων καθηκόντων, αρρώστησε και απεβίωσε στις 11 Φεβρουαρίου 1650 , σε ηλικία 54 ετών.

Το καρτεσιανό φιλοσοφικό σύστημα δημιουργήθηκε υπακούοντας σε δύο φαινομενικά αντιθετικές επιταγές. Η πρώτη σχετίζεται από τη μια μεριά με την τάση επανεξέτασης όλης της προηγούμενης φιλοσοφικής παράδοσης και από την άλλη με την ήδη διαμορφωμένη ανάγκη απαλλαγής από τα δεσμά της μεσαιωνικής φιλοσοφικής σκέψης. Ως τέτοια πήρε στο καρτεσιανό φιλοσοφικό έργο τη μορφή καθολικής αμφιβολίας για όλες τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της σχολαστικής φιλοσοφικής σκέψης και πράξης. Η δεύτερη αναφέρεται στην ανάγκη δημιουργίας ενός φιλοσοφικού συστήματος που παρ’ όλες τις καινοφανείς πλευρές του θα συνέχιζε την πνευματική περιπέτεια μέσα στο ίδιο περίπου πλαίσιο προβλημάτων.

Η προσφορά του Descartes στη φιλοσοφία είναι κυρίως μεθοδολογική. Χαρακτηρίζεται καίρια από την εισαγωγή της καθολικής αμφιβολίας ως μέσου κάθαρσης των προϋποθέσεων πάνω στις οποίες θα μπορούσε να στηριχτεί ένα υγιές και αναλυτικά προσδιορισμένο φιλοσοφικό σύστημα. Το ερώτημα που επανειλημμένα διατυπώνεται στο έργο του αναφέρεται στην ύπαρξη ή μη βεβαιότητας που θα πρέπει να συνοδεύει τη γνώση. Συγκεκριμένα υποθέτοντας ο Descartes πως ένας πανίσχυρος δαίμονας θα μπορούσε να μας τροφοδοτεί με απατηλή γνώση, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει τουλάχιστον κάτι για το οποίο μια τέτοια εξαπάτηση δεν θα ήταν δυνατή. Αυτό το κάτι αναφέρεται στη γνώση της προσωπικής μας ύπαρξης. Η συλλογιστική που ακολουθεί δεν είναι διατυπωμένη εντελώς καθαρά, ίσως γιατί τα βήματα που οδηγούν στο αντίστοιχο συμπέρασμα είναι εντελώς προφανή. Η συλλογιστική λοιπόν αυτή, αρθρώνεται ως εξής. Αν ο πανίσχυρος αυτός απατεώνας δαίμονας μας έπειθε πως υπάρχουμε χωρίς να υπάρχουμε πως θα μπορούσε να το κατορθώσει αφού κάτι τέτοιο θα προϋπέθεται την ύπαρξή μας ως αποδεκτών αυτής της γνώσης; Η ύπαρξη νοητικών λειτουργιών είναι επομένως η εγγύηση για την αποτυχία μιας τέτοιας υποτιθέμενης γιγάντιας προσπάθειας απάτης. Το συλλογιστικό αυτό σχήμα είναι επιγραμματικά διατυπωμένο στην καρτεσιανή φράση «cogito ergo sum»[2], μια φράση που πολλές φορές παρεξηγήθηκε και παρερμηνεύτηκε. Μια μικρή παρέκβαση, αυτή η συλλογιστική είναι ουσιαστικά η ίδια που χρησιμοποιείται κατά τη διατύπωση των κλασικών παραδόξων και ιδιαίτερα του παραδόξου του ψεύτη, η περίφημη διαγώνια μέθοδος, η οποία σε επίπεδο μαθηματικών χρησιμοποιείται οποτεδήποτε θέλει κανείς να αποδείξει ότι η πληθικότητα ενός υπερσυνόλου είναι μεγαλύτερη από την πληθικότητα ενός δεδομένου συνόλου. Συγκεκριμένα χρησιμοποιείται στην απόδειξη του γεγονότος ότι η πληθικότητα των πραγματικών αριθμών είναι καθαρώς μεγαλύτερη από την πληθικότητα των φυσικών αριθμών.

Η βεβαιότητα της γνώσης της προσωπικής μας ύπαρξης είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του καρτεσιανού φιλοσοφικού συστήματος. Ξεκινώντας από αυτή ο Descartes οικοδομεί το σύστημα του προσπαθώντας και κατά τη γνώμη του «αποδεικνύοντας» την ύπαρξη ενός πανάγαθου, πάνσοφου και παντοδύναμου θεού, που δεν είναι άλλος από τον θεό της καθολικής εκκλησίας. Είναι ίσως περιττό να πούμε ότι όλες οι αποδείξεις του για την ύπαρξη του θεού ελέγχονται είτε ως συλλογιστικά ανεπαρκείς είτε ως επαρκείς μεν αλλά στηριγμένες σε αμφίβολες προϋποθέσεις. [3]

Η ανάγκη για βεβαιότητα είναι εντελώς καθοριστική της πορείας της καρτεσιανής σκέψης. Η γνώση από τη φύση της οφείλει να μην επιτρέπει να παρεισφρήσουν στα εδάφη της αμφιβολίες και διχογνωμίες. Έτσι ο καθορισμός του βαθμού βεβαιότητας για ότι γνωρίζουμε ή νομίζουμε πως γνωρίζουμε θα πρέπει να είναι εσωτερικά εφικτός. Για τον καθορισμό αυτό απαιτούνται ορισμένα κριτήρια. Τέτοια κριτήρια είναι για τον Descartes η ευκρίνεια και η σαφήνεια των αντίστοιχων ιδεών. Που μόνες τους ή συναρθρωμένες μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο γνώσης μας. Ο βαθμός λοιπόν βεβαιότητας της γνώσης μας εξαρτάται από το βαθμό ευκρίνειας και σαφήνειας των αντίστοιχων ιδεών μας. Μια επιπόλαια θεώρηση του καρτεσιανού συστήματος μπορεί να οδηγήσει στην αντίληψη πως ανήκει στην περιοχή των φαινομεναλιστικών φιλοσοφικών συστημάτων. Κάτι τέτοιο είναι ανακριβές και λανθασμένο. Για να μπορέσουμε να δούμε σωστά είναι απαραίτητη η ανάλυση της έννοιας της αναπαράστασης και η κατάδειξη του ρόλου της στη συνοχή του συστήματος. Η πηγή όλων των ουσιών είναι ο Θεός, ο δημιουργός. Έτσι ότι υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς ή ότι υπάρχει μέσα σε εμάς ως εικόνα ή ιδέα είναι ένα ομοίωμα αυτών των οντοτήτων που αποτελούν αντικείμενα θεϊκής γνώσης. Το συγκεκριμένο δέντρο που υπάρχει στο φυσικό κόσμο ανεξάρτητα από εμάς καθώς και η εικόνα του που σχηματίζεται στο νου μας αποτελούν ομοιώματα, εκδοχές κάποιας συγκεκριμένης οντότητας που υπάρχει ως αντικείμενο γνώσης του θεού. Το λάθος που μπορεί να προκύψει αν κάποιο δέντρο αναπαρασταθεί ως ζώο που οφείλεται είτε σε συνθήκες άσχημες για την αισθητηριακή αντίληψη είτε σε συνθήκες μόνιμης ή πρόσκαιρης διανοητικής σύγχυσης, έχει την πηγή της στο γεγονός ότι η εικόνα που σχηματίσαμε δεν αποτελεί το κατάλληλο ομοίωμα του αντίστοιχου αντικειμένου θεϊκής γνώσης. Έτσι είναι αξιοπρόσεχτο πως η ορολογία που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό αυτών των δύο ειδών πραγματικότητας έχει μεσαιωνική θεολογική προέλευση και διαφέρει από αυτή που χρησιμοποιούμε σήμερα. Έτσι η πραγματικότητα του έξω από μας φυσικού δέντρου χαρακτηρίζεται ως μορφική πραγματικότητα και η πραγματικότητα των εικόνων μας ως αντικειμενική πραγματικότητα. Σύμφωνα λοιπόν με τον Descartes υπάρχουν οντότητες, αντικείμενα δηλαδή θεϊκής γνώσης που μπορούν να αναπαριστώνται μόνο στο επίπεδο της αντικειμενικής πραγματικότητας. Όλες οι αφηρημένες ιδέες ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Τα μαθηματικά αντικείμενα ως αφηρημένες ιδέες υπακούουν σε αυτού του είδους τον καθορισμό. Το ότι βλέποντας ένα τρίγωνο σχεδιασμένο σε κάποιο πίνακα φέρνουμε στο μυαλό μας την ιδέα του τριγώνου δεν πρέπει να μας δημιουργεί προβλήματα γιατί άλλο πράγμα είναι η εικόνα του συγκεκριμένου τριγώνου και άλλο η γενική ιδέα του τριγώνου. Υπάρχουν βέβαια και ιδέες που δύσκολα θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε ως γενικές ή αφηρημένες για τις οποίες επίσης δεν υπάρχει αντίστοιχη μορφική πραγματικότητα. Παραδείγματα τέτοιων ιδεών υπάρχουν πάμπολλα. Η μυθολογική σφίγγα, ο Πήγασος, ο μονόκερως και οι κένταυροι είναι μερικά από αυτά. Τα μαθηματικά αντικείμενα ανήκουν στην κατηγορία των εμφύτων ιδεών[4] που για να υπάρξουν μέσα μας δεν χρειάζονται το διάμεσο της αισθητηριακής αντίληψης. Αναπαριστούν αιώνιες και αμετάβλητες ουσίες και χαρακτηρίζονται από την ευκρίνεια και τη διαύγεια τους. Αυτές οι ιδιότητες τους τα καθιστούν αντικείμενα στέρεας και βέβαιης γνώσης και τα ανεξαρτητοποιούν από τη γεμάτη συγχύσεις και λάθη αβέβαιη αναπαράσταση της χωροχρονικής πραγματικότητας. Σύμφωνα με τον Descartes τα μαθηματικά και ιδιαίτερα τα γεωμετρικά αντικείμενα χρησιμεύουν στην οριοθέτηση αυτής της πραγματικότητας, όπως αυτή αναπαριστάται μέσα μας.

Στο επίπεδο της αισθητηριακής αντίληψης ο Descartes διακρίνει δύο κατηγορίες ιδιοτήτων των φυσικών αντικειμένων. Η πρώτη περιέχει τις λεγόμενες πρωτεύουσες ιδιότητες και η δεύτερη τις δευτερεύουσες ιδιότητες. Η διάκριση βέβαια αυτή δεν είναι καθαρά καρτεσιανή εφεύρεση. Υπεύθυνη για αυτήν είναι κυρίως η σχολαστική φιλοσοφική παράδοση. Σύμφωνα με αυτή τη διάκριση οι πρωτεύουσες ιδιότητες των φυσικών αντικειμένων είναι εκείνες που τις έχουν και τα φυσικά αντικείμενα και οι εικόνες τους όπως σχηματίζονται στο νου μας με διάμεσο τις αισθήσεις μας. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων ιδιοτήτων είναι για τον Descartes οι γεωμετρικές ιδιότητες των αντικειμένων. Η εκτασιακότητα των φυσικών αντικειμένων και η κινητική και γενικότερη μεταβλητότητα τους στα πλαίσια του χρόνου, είναι χαρακτηριστικά τους και όχι πλάσματα του νου μας. Οι δευτερεύουσες ιδιότητες από την άλλη πλευρά είναι αυτές που ενώ δεν ανήκουν στα φυσικά αντικείμενα αποτελούν ουσιώδες μέρος των εικόνων μας γι αυτά. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα δευτερευουσών ιδιοτήτων των φυσικών αντικειμένων είναι τα χρώματα. Τα αντικείμενα μας εμφανίζονται -κατά Descartes- έγχρωμα χωρίς να είναι. Η αίσθηση του χρώματος οφείλεται σε γεωμετρικής υφής χαρακτηριστικά της εξωτερικής επιφάνειας αυτών των αντικειμένων.

Η κυριαρχία της γεωμετρίας στο καρτεσιανό φιλοσοφικό σύστημα είναι απόλυτη. Εκτείνεται σε όλο το γνωστικό φάσμα περιλαμβάνοντας και την περιοχή της πιο στέρεης γνώσης, την περιοχή δηλαδή των εμφύτων γεωμετρικών ιδεών και την περιοχή της αβέβαιης και ρέουσας εξωτερικής φυσικής πραγματικότητας. Οι αλήθειες της όπως και γενικότερα όλες οι μαθηματικές αλήθειες είναι απόλυτες και διαχρονικά αμετάβλητες. Το μαθηματικά αληθές είναι αναγκαία αληθές και η ανακάλυψη του –όχι η εφεύρεση του – τουλάχιστον ως προς τα αξιώματα της αντίστοιχης μαθηματικής θεωρίας είναι το αποτέλεσμα εσωτερικής εποπτείας, ενόρασης. Μιλάμε για τα βασικά αξιώματα.

Είναι σαφές ότι η πλατωνική επίδραση στον Descartes φτάνει μέχρι το σημείο δανεισμού ακόμη και αυτής της θεωρίας της ανάμνησης. Είναι βέβαια σωστό να ειπωθεί πως το πλατωνικό σύμπαν των ιδεών είναι ανεξάρτητο από τη θεϊκή βούληση κάτι που για τον χριστιανό Descartes και το κλίμα της εποχής του ήταν και λανθασμένο και απαράδεκτο. Οι ιδέες ή για να χρησιμοποιήσουμε την επηρεασμένη από τον Αριστοτέλη και τους σχολαστικούς καρτεσιανή διάλεκτο, οι ουσίες, είναι αντικείμενα θεϊκής γνώσης, ομοιώματα των οποίων μπορεί να υπάρχουν από τη μια μεριά στον φυσικό κόσμο όπως είπαμε και από την άλλη στον κόσμο της νόησης. Σε αυτόν τον κόσμο της νόησης προϋπάρχουν όλες οι μαθηματικές ιδέες και οι αντίστοιχες αλήθειες, πως εν χρόνω ομοιώματα αχρόνων θεϊκών ιδεών και απολύτων αληθειών είναι αιώνιες και αναγκαίες. Αυτές ανακαλύπτονται με διαδικασίες εσωτερικής εποπτείας και θέασης με τη βοήθεια ίσως τη μαιευτική και της αισθητηριακής αντίληψης. Βέβαια η καρτεσιανή θεωρία ανάμνησης διαφέρει της πλατωνικής στο ότι για τον Πλάτωνα θυμάσαι κάτι που ήξερες γιατί το έμαθες σε κάποιο σημείο του παρελθόντος σου είτε αυτό σχετίζεται με την παρούσα ζωή είτε με κάποια άλλη που έζησες ενώ για τον Descartes φέρνεις στον κόσμο της προσοχής σου κάτι που ανέκαθεν υπήρχε μέσα σου. Γιατί ο δημιουργός αποφάσισε έτσι να σε πλάσει, εμφυτεύοντας σου εκ των προτέρων έναν ολόκληρο νοητό γαλαξία, ομοίωμα πεπερασμένο ενός σημαντικού μέρους του δικού του. Η μαθηματική γνώση και γενικότερα η γνώση των απολύτων αληθειών είναι σύμφωνα με τον Descartes βέβαιη λόγω της ευκρίνειας και της σαφήνειας της εσωτερικής μας εποπτείας όπως έχουμε ήδη πει. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι και τα μόνα που μπορούν να μας επιτρέψουν να ισχυριστούμε πως γνωρίζουμε κάτι καλά στο επίπεδο των πρώτων αρχών και αξιωμάτων. Τι γίνεται όμως με τις μαθηματικές εκείνες αλήθειες που η πολυπλοκότητα τους δεν επιτρέπει μια άμεση αναγνώριση τους; Για να ξεπεράσει ο Descartes το πρόβλημα αυτό θεωρεί πως υπάρχουν δύο τρόποι απόκτησης ή εκμαίευσης από τα άδυτα του νου της μαθηματικής γνώσης. Ο πρώτος είναι άμεσος. Αφορά τα αξιώματα και τις πρώτες αρχές και σχετίζεται με την εποπτεία και ο δεύτερος με διαδικασίες παραγωγικές, διαδικασίες αποδεικτικές με την παραγωγική μέθοδο. Στο σημείο αυτό ανακύπτει ένα τελευταίο σοβαρό ερώτημα –και με αυτό κλείνω – που σχετίζεται με το δεδομένο της δυνατότητας παραγωγής λανθασμένων συμπερασμάτων ή ακόμα και άμεσης αναγνώρισης λανθασμένων πρώτων αρχών ως αληθών. Πως είναι δυνατή μια τέτοια εκδοχή όταν είναι δεδομένο ότι ο δημιουργός εμφύτευσε σε όλους μας τον ίδιο νοητό γαλαξία χωρίς εξαιρέσεις ή περιορισμούς; Η καρτεσιανή απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική. Έχει έναν έντονο ψυχολογίστικο χαρακτήρα και δεν λαμβάνει υπόψιν της αν και θα μπορούσε να επιτρέπει κάτι τέτοιο τυχόν διαφορές στη δυνατότητα εξατομικευμένης φύσης της εποπτείας και της παραγωγής. Έτσι ο Descartes θεωρεί ως μοναδική πηγή λάθους τη χρήση της βούλησης με τρόπους που παραχαράσσουν και υπερβαίνουν τα όρια που επιβάλλει η σωστή κατανόηση του νοητικού μας υλικού.

Ευχαριστώ

Η απομαγνητοφώνηση της ομιλίας πραγματοποιήθηκε από τη Βερυκίου Ανθή,
υποσημειώσεις και σχόλια δικά μου.
πηγή εικόνας: flickr 


[1] Ο Οδυσσέας Ελύτης αναφέρει στο ποίημά του |ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ|:    «Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει».  Αυτό εμείς το μεταφράζουμε και σύμφωνα πάντα με τη φιλοσοφία, ότι ο τρόπος με τον οποίο γνωρίζουμε τα πράγματα στον κόσμο αυτό, λειτουργεί σαν ανάμνηση των ιδεατών, τέλειων μορφών που γνώρισε η ψυχή μας προ-εμπειρικά.

[2] «Σκέπτομαι άρα υπάρχω», η βεβαιότητα ότι υπάρχω εξ αιτίας της σκέψης μου και της αμφιβολίας μου διότι αλλιώς δε θα μπορούσα να κάνω αυτήν την υπόθεση.

[3] Η απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού με λογικές μεθόδους, έρχονται σε εμάς από τον Descartes στο τέταρτο μέρος του βιβλίου του Λόγος περί της Μεθόδου.

[4] a priori.
Η έννοια a priori δεν εξαντλεί τα όρια της σε μια χρονική (χρονολογική -από πριν)  σειρά απλώς και μόνο γεγονότων , αλλά είναι κυρίως ποιοτική. Όταν κάτι είναι a priori εννοούμε κυρίως έξω από τον εμπειρικό μας κόσμο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s