Ένα παλιό σπίτι *

Τις απογευματινές ώρες στην αυλή του σπιτιού περνούσαμε το χρόνο μας, τη στιγμή που ο ήλιος άρχιζε και έπαιρνε τη δύση του. Ήταν τόσο δυνατός ο ήλιος και η αυλή προσανατολισμένη στη μεσημβρία που δεν καθόσουν απόγευμα καλοκαιριού. Όμως πάντα η αυλή ολοφώτιστη. Ο καφές είχε σερβιριστεί και ο παππούς με προσοχή ανέβαινε τα λιγοστά σκαλοπάτια που χώριζαν την αυλή με το κύριο σώμα του σπιτιού, να τον προσφέρει στη γυναίκα του. Η γιαγιά καθόταν δίπλα στο παράθυρο μέσα στο δωμάτιό της κι έτσι από κει μπορούσε να βλέπει όλη τη γειτονιά. Όλο τον κόσμο δηλαδή. Συνέχεια