Ξαναδιαβάζοντας τον Ευπαλίνο

«…όσο περισσότερο βυθίζομαι
σε στοχασμούς για την τέχνη μου,
τόσο περισσότερο την εξασκώ.
Όσο συλλογίζομαι και ενεργώ,
τόσο πονώ και χαίρομαι σαν αρχιτέκτων.»

Τις ώρες εκείνες που βρίσκομαι κοντά στη θάλασσα για να αποβάλλω από πάνω την αδάμαστη ζέστη που με βία επιτάσσει ο καλοκαιρινός καιρός τέτοιους μήνες, χαζεύω περπατώντας στην ακροθαλασσιά την ομορφιά των βράχων. Κάπου κάπου βρίσκω κάτι ενδιαφέρον, το παίρνω στα χέρια μου, το εξετάζω, μπορεί και να το θαυμάσω. Μπορεί και να πάρει ώρες πολλές, να ψάχνομαι μόνος ανάμεσα στα βράχια, ώσπου να βρω κάτι που να ευχαριστήσει τις αισθήσεις μου, το βαθύτατο εγώ μου. Δεν πετυχαίνει πάντα αυτή η έρευνα.  Έτσι κι έγινε τυχαία μια μέρα, καθώς κρατούσα στα χέρια μου ένα περίεργο κοχύλι και διαρκώς θαύμαζα τη Φύση και τη ζήλευα, της απέδιδα τον χαρακτηρισμό ο καλύτερος αρχιτέκτονας. Είναι το ίδιο περίεργο όστρακο που βρήκε κάποτε ο Σωκράτης όταν νεαρός περπατούσε στα μέρη της θάλασσας και αυτό το… περίεργο αντικείμενο τον έκανε τελικώς να επιλέξει το δρόμο της Γνώσης έναντι της κατασκευής, όπως μας περιγράφει γλαφυρά ο Βαλερύ, σχεδόν αυτοβιογραφικά, στο μικρό του έργο Ευπαλίνο.

Ο διάλογος αυτός δεν έγινε ποτέ. Ούτε και πρόκειται στο μέλλον να υπάρξει. Έγινε άπαξ. Είναι φανταστικός και δανείζεται ο Σωκράτης τις σκέψεις του Πωλ Βαλερύ για την αρχιτεκτονική. Σχεδόν ποιητικά ο σωκρατικός διάλογος ξετυλίγεται μπροστά μας, όπως συνήθιζε ο Πλάτωνας να μας παρουσιάζει τις ιδέες εκείνου και του δασκάλου του, στους διαλόγους του και σε χρόνο… των νεκρών. Έτσι δημοσιεύτηκε πρώτη φορά ο διάλογος αυτός ανάμεσα στο Σωκράτη και το Φαίδρο, με τον δεύτερο να μιλά για τη γνωριμία του με έναν αρχιτέκτονα από τα Μέγαρα, τον Ευπαλίνο, ως «ο διάλογος των νεκρών» σαν εισαγωγή στο λεύκωμα Architectures το 1921. Αυτή η γνωριμία – Φαίδρου-Ευπαλίνου – δεν έγινε ποτέ. Ούτε πρόκειται στο μέλλον να υπάρξει. Είναι ένα όμορφο ψέμα από τον ίδιο το Βαλερύ που πλάθει όμορφα τις λέξεις. Όσον αφορά τον Ευπαλίνο επρόκειτο περισσότερο για μηχανικό, παρά για αρχιτέκτονα. Εκείνον όμως βρήκε πρόχειρο ο Βαλερύ κι αυτόν έβαλε να αφηγείται δια στόματος Φαίδρου. Έτσι το ταξίδι στον κόσμο των σκιών ξεκινά και αμέσως ο Βαλερύ μας ξεδιπλώνει τις σκέψεις του για την αρχιτεκτονική.

Είναι πολύ βασικό, σχεδόν θα έλεγα αναγκαίο κάποιες φορές μες στη σύγχρονη εποχή να ξαναδιαβάζονται τέτοιου είδους κείμενα για να μπορέσουμε οι ίδιοι να καταλαβαίνουμε γιατί δεν έχουμε ελληνική αρχιτεκτονικήώστε να μη χρειαστεί κανένας να θυμώσει. Είναι βασικό να ξαναβρίσκουμε ό,τι χάσαμε, ή χάθηκε άθελα μας , εξαιτίας των επιταγών που απαιτεί ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Τέτοιες σκέψεις για την αρχιτεκτονική ξεδιπλώνονται στο διάλογο, μια εποχή που οι ιδέες του Βαλερύ ταυτίζονται και διαμορφώνονται στο κλίμα που επικρατεί από τον σύγχρονό του Augeste Perret, όπως μας πληροφορεί στο επίμετρο ο Γιώργος Σημαιοφορίδης, στην οποία τα πρώτα στίγματα του δομικού ορθολογισμού έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους ήδη από την εποχή του Viollet le Duc και την αναβίωση του γοτθικού ρασιοναλισμού με την ανακατασκευή της Παναγία των Παρισίων. Η πέτρα είναι πάνω στο τραπέζι και χαράσσει τους δρόμους του νέου ορθολογισμού, που σε λίγο θα πάρει τη θέση της το σιδηροπαγές σκυρόδεμα. Είναι πολύ βασικό πως τις απόψεις του διαλόγου θα συναντήσουμε αργότερα από το μαθητή του Perret και νέο εργαζόμενο στο γραφείο του Charles-Édouard Jeanneret τον επονομαζόμενο αργότερα Le Corbusier  όπου θα υποστηρίξει τις θέσεις του για μια αρχιτεκτονική… ποιητική.

«Να ακούσω το τραγούδι των κιόνων»
Εκείνο λοιπόν που διαφαίνεται πως έχουμε χάσει στην πορεία μας, και αυτό είναι ξεκάθαρο με την παραμικρή βόλτα του καθένα από εμάς μέσα στην πόλη είναι η αγάπη. Η αγάπη για το κάθε τι όμορφο, για τη σημασία της λεπτομέρειας, η αγάπη για τον άνθρωπο, αλλά και τη Φύση την ίδια. Αυτό που δε μπορούμε να αισθανθούμε περπατώντας στους δρόμους της σύγχρονης πόλης είναι την ψυχή μας να δονείται και να την έχει θέση σε μια κίνηση η ομορφιά των κτιρίων, που εν τέλει, όλα τα κτίρια μαζί διαμορφώνουν την πόλη.  Σε μια πολύ σύντομη πολεοδομική ανάλυση του Ευπαλίνου προς το Φαίδρο, τα κτίρια χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Τα βουβά, αλίμονο είναι πολλά στη σύγχρονη εποχή και ποιά να πρωτοπιάσεις, εκείνα που απλώς μιλούν, αν μη τι άλλο λένε μια αυστηρή αλήθεια και τέλος εκείνα, τα πολύ ελάχιστα,  που… τραγουδούν !
Τι ποιητικά υπέροχα το θέτει ο λογοτέχνης στο προσκήνιο της αρχιτεκτονικής τη σχέση της με τη μουσική. Είναι μια σχέση που καλά κρατεί χρόνια πολλά, με τον Ευκλείδη πρώτο να μαθηματικοποιεί τον ήχο, αφού προσδιορίσει τη σχέση του ήχου με το μήκος της χορδής που τον αναπαράγει. Εκείνα λοιπόν τα κτίρια έχουν τη μέγιστη ομορφιά, τα κτίρια εκείνα που πρόκειται για την «καθαρή δημιουργία του πνεύματος» τα κτίρια που η αρχιτεκτονική τους είναι τέχνη και που η αρχιτεκτονική μαζί με τη μουσική αξεδιάλυτα ο Σωκράτης θα θέσει από τη μια και από την άλλη όλες τις άλλες τέχνες.  Κατέχουν η αρχιτεκτονική – δηλαδή η «μαρμαρωμένη μουσική»  –  και η μουσική την πρωτοκαθεδρία των τεχνών, αφενός μεν είναι οι λιγότερο μιμητικές κατά Πλάτωνα, αφετέρου δε, γιατί εκείνες αναφέρονται στα αισθητήρια όργανα που βρίσκονται πιο κοντά στο πνεύμα,  μας εξηγεί ο Παναγιώτης Μιχελής και δεν έχουμε κανέναν λόγο να μην τον πιστέψουμε εφόσον ζούμε μέσα στο δημιούργημα του ανθρώπου και αυτά είναι ικανά να παράξουν ένα παλμό μέσα στην ψυχή μας. Μας συν-κινούν. Μπορούμε να βρεθούμε μέσα στο χώρο που παράγει η αρχιτεκτονική και μπορούμε να βρεθούμε μέσα στον αέρα που περικλείουν οι νότες ενός μουσικού συνόλου.  Αυτές οι δύο τέχνες μαζί μας πηγαίνουν παραπάνω. Τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένες, πέτρα και αέρας, (η εμμονή του Βαλερύ στην πέτρα είναι ίσως μια ρομαντική διάθεση της αρχιτεκτονικής του φαντασίας, αλλά το οπλισμένο σκυρόδεμα σιγά σιγά θα κάνει την εμφανισή του λίγο αργότερα, – ο Le Corbusier θα στηρίξει τις θέσεις του στο Dom-ino), έχουν κάτι από τη δημιουργία του κόσμου. Η πέτρα παραθέτει ο Βαλερύ ότι θυμίζει την τάξη και τη σταθερότητα του Κόσμου ενώ ο αέρας με τη μουσική θυμίζει τη Δημιουργία του κόσμου, το Σύμπαν έχει τη δική του μουσική. Ο Θεός πλάθει μιμούμενος ανώτερες Μορφές και Ιδέες.
Η αγάπη  για την λεπτομέρεια, την ακρίβεια του Λόγου, τη μαθηματικοποίηση του Λόγου, της αρχιτεκτονικής, σαφώς της Μουσικής, είναι εκείνη που θα γεννήσει εν τέλει την ελευθερία. «Οι αριθμοί είναι τα πιο απλά λόγια».  Ο Βαλερύ μας περιγράφει πώς να είναι κανείς ακριβής, να μετριάζει τις σκέψεις του και να τις τακτοποιεί, να μπορεί να εκφράζεται για το κάθε τι με σαφήνεια, με μαθηματική ακρίβεια, γιατί έτσι μόνο «η μεγαλύτερη ελευθερία γεννιέται από την αυστηρότερη ακρίβεια». Ο μικρός ναΐσκος που περιγράφει ο Ευπαλίνος στον Φαίδρο, που είναι γεμάτος χάρη και ομορφιά είναι διότι, περιγράφει μαθηματικά την ομορφιά της αγαπημένης του από την Κόρινθο.
«Είναι μια γλυκιά μεταμόρφωση» !
Εκεί συντελείται και η μαθηματική σχέση της μουσικής με την αρχιτεκτονική στο Λόγο. Τα μαθηματικά. Την ακρίβεια. Και εκεί είναι που πρέπει ο αρχιτέκτων, να περιγράφει με σαφήνεια τις σκέψεις του ώστε να βοηθά όσους χτίζουν το οικοδόμημα να μεταφέρουν σε αυτό κατά το δυνατόν άφθαρτες τις αρχικές του ιδέες, να μπορέσει εκείνο αργότερα με τη σειρά του να μπορεί να συγκινήσει.  Μόνον έτσι κατατάσσεται η αρχιτεκτονική στους… ποιητές, όπως πάλι ο Le Corbusier θα περιγράψει αργότερα στο μανιφέστο του                   «Για μια Αρχιτεκτονική» ότι η κατασκευή είναι για να στέκεται, η αρχιτεκτονική για να συγκινεί.
Τα κτίρια της πόλης μας είναι βουβά. Ο Άρης Κωνσταντινίδης το είχε εντοπίσει αυτό στις τόσες βόλτες του στο κέντρο και όχι μόνο της Αθήνας, αλλά και της περιφέρειας και μιλά απαξιωτικά για την ελληνική πραγματικότητα. Είναι αυστηρός και η ματιά του οξυδερκής. Θαυμάζει τις κατασκευές του απλού ανθρώπου, τις εφήμερες κατασκευές των παραθαλάσσιων περιοχών, τις καλύβες και τα μαντριά. Ο τόπος για τον Άρη Κωνσταντινίδη έχει την πρωταρχική σημασία σε αυτό που τελικά θα χτίσουμε. Έτσι και λίγο πριν από το τέλος του διαλόγου του Σωκράτη με το Φαίδρο, ο Ευπαλίνος κάνει μια αναφορά στο Βιτρούβιο πάλι με τρόπο ποιητικό, μιλώντας για το σώμα, την ψυχή και τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτά τα τρία στοιχεία που συναντά ο άνθρωπος στο Σύμπαν είναι εκείνα που προσδιορίζουν στην κατασκευή το χαρακτήρα της. Το σώμα που θα δώσει το ωφέλιμο στην κατασκευή, την λειτουργικότητα του, η ψυχή που θα αποζητά την ομορφιά, και τέλος η σταθερότητα, η αντοχή της κατασκευής και η διάρκεια οι οποίες οφείλονται στη καταστροφική δύναμη του κόσμου και της Φύσης. Αντιστοίχως δηλαδή utilitas, venustas, firmitas, τα οποία όμως αξεδιάλυτα εντάσσει ο Σωκράτης στο λόγο του ισοδύναμα και ισόποσα. Χωρίς να στερείται κάποιο από τα τρία και κάποιο να υπερτερεί του άλλου. Διαβάζοντας τα τελευταία λόγια του Αντισωκράτη προς τον Αντιφαίδρο είναι λόγια τόσο σύγχρονα που ταυτίζονται απόλυτα θα λεγε κανείς με τις σκέψεις που έκανε κάποια χρόνια πριν ο Άρης Κωνσταντινίδης όταν μιλούσε για τον τόπο της κατασκευής. Ο Αντισωκράτης ούτε λίγο ούτε πολύ σχεδιάζει καθαρά ένα «πρόγραμμα» και περιγράφει σε αυτό το πλαίσιο τη δική του αρχιτεκτονική, εκείνη δηλαδή που θα έκανε, εάν δεν ακολουθούσε το δρόμο της γνώσης, όπως τελικώς ακλούθησε,  όταν βρήκε στην παραλία εκείνο το παράξενο όστρακο όπου ξεκίνησα να μιλώ στην αρχή και που και μένα κάπως έτσι ήρθαν στη σκέψη τούτα τα λόγια, από ένα παράξενο πέτρωμα και γυρνώντας πολύ μέσα στους δρόμους της πόλης. Η πόλη γίνεται «βιβλίο» και διαβάζεις την αρχιτεκτονική της και την ιστορία της και ο «Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων» γίνεται ένα ανάγνωσμα νομίζω τόσο σύγχρονο αλλά ταυτόχρονα και αναγκαίο.

Advertisements

4 responses to “Ξαναδιαβάζοντας τον Ευπαλίνο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s