Η άλλη πλευρά του βράχου

3 περίοδοι αρχιτεκτονικής 1 κοινό συμπέρασμα

 

Μια σκάλα πέτρινη σε πρώτο πλάνο κι ένα graffiti επιβλητικά γραμμένο, σε έναν τοίχο που προοριζόταν για αυτό. Στο βάθος, πίσω από ιδιωτικά δρομάκια, ένας μικρός κολπίσκος και χρώματα από την παλέτα των ελλήνων υπαιθριστών ζωγράφων, λίγο πριν την άφιξη της γενιάς του ’30. Η θάλασσα εμπρός και μια βουτιά στην ιστορία της αρχιτεκτονικής…

Το σκηνικό είχε στηθεί από καιρό και κάθε που βασίλευε ο ήλιος, οι πέτρες και οι σοβάδες έπαιρναν τα πορτοκαλιά και ροζ από τη δύση.
Τρεις κατοικίες διακοπών σε μια διάρκεια σχεδόν 50 χρόνων.
Τα γήινα χρώματα της ώχρας, της ψημένης όμπρας και του καφέ, άλλοτε με κίτρινο κι
άλλοτε με κόκκινο περισσότερο στη μίξη τους, έδιναν και έπαιρναν στους βράχους του
μικρού κολπίσκου των Λεγραινών.
Κι είναι σε εκείνο το τοπίο η προσπάθεια που γίνεται από τους δημιουργούς τους η ένταξη
των τριών αυτών κτιρίων από τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική, στη νεώτερη έως την πιο
σύγχρονη. Ένταξη σε ένα περιβάλλον φυσικό που κυριαρχεί ο βράχος, τα χρώματα του
αργοσαρωνικού και τα έντονα χρώματα της δύσης.
Κάποια στιγμή μισόκλεινες τα μάτια σου και η κατοικία από τα αριστερά, χανότανε στο
βράχο. Η κατοικία που βρισκότανε στο κέντρο, ανάμεσα στις άλλες δύο, ξεχώριζε, αφού
παρέμενε λευκή ύστερα από το σοβάτισμά της. Η τελευταία κατοικία τέλος, δεξιά, χάριν
στο χρώμα του σοβά έκανε προσπάθεια να ενταχθεί κι αυτή με το τοπίο, με τις πέτρες που
τα χρώματα τους έπαιρναν να ανοίγουν, καθώς το επικλινές του εδάφους στρεφόταν προς
τη θάλασσα….
Όμως στην πρώτη, είμαι σίγουρος πως αρχιτέκτων είχε επισκεφθεί κάποτε και τη μικρή
κατοικία στην Ανάβυσσο, είναι φανερά τα σημάδια της κωνσταντινιδικής αρχιτεκτονικής
αφού η προσπάθεια ένταξης φαίνεται τόσο φυσική, σχεδόν αυτονόητη, σαν να την έχτισε
εκεί ο βράχος. Είναι λες και ξέφυγε από τον «καλλιτέχνη», που ζωγραφίζει εκεί τον αιώνιο
πίνακα των Λεγραινών, μια πινελιά και σχηματίστηκε από τα ίδια αυτά τα χρώματα το σπίτι.
Η πέτρα να πατά καλά στη γη, προέκταση της άλλης πέτρας, του βράχου, να στηρίζει το φερόμενο φορτίο, την πλάκα, αυτή από εμφανές σκυρόδεμα και τα ξύλινα παντζούρια
σχεδιασμένα να καλύπτουν την όψη όλη. Θύμιζε το μικρό σπίτι διακοπών στην Αίγινα του
Δεακαβάλλα, ένα μπετονένιο στέγαστρο όλο κι όλο, έτσι όπως ελεύθερα κινούνταν στην
μικρού ύψους κατά τα άλλα όψη.
Όχι μόνο τα υλικά έδιναν και έδεναν με το τοπίο αλλά και ίδια τα ύψη φροντισμένα καλά
από τον αρχιτέκτονα, ήταν έτσι σχεδιασμένα, που μόλις που ξεχώριζε η φυτεμένη οροφή
από την κορυφογραμμή των βράχων.
Πράγματι, η αρχιτεκτονική, με πρόσφατα τα σημάδια του ελληνικού μοντερνισμού, χάνεται
στη φύση και πραγματώνει με τον καλύτερο τρόπο το δοχείο ζωής του Α. Κωνσταντινίδη σε
ένα τοπίο με φόντο ουρανό και θάλασσα, ώχρα και ουλτραμαρίνα.
Τη στιγμή που η ματιά θα προχωρήσει λίγο παραπέρα το μοντέρνο θα μεταλλαχτεί σε νεο-
μοντέρνο και τίθενται ευθύς εξαρχής οι όροι της νέας κατασκευής.
Αποϋλοποίηση της αρχιτεκτονικής καθώς τα όρια του φέροντος και του φερόμενου είναι
όχι μόνο δυσδιάκριτα αλλά σχεδόν ανύπαρκτα. Ένας μεγάλος κήπος κι ένας ημίλευκος
σοβάς πρωταγωνιστούν στην αρχιτεκτονική της δεκαετίας του 70-80. Είναι μάλλον μια
κρίσιμη περίοδος της αρχιτεκτονικής και το παιχνίδι παίζεται, όχι απαραίτητα με κανόνες
αισθητικής, αλλά από εκείνους τους δυνατούς λύτες που ξέρουν να παίζουν, χωρίς
απαραίτητα να ξέρουν και να χάνουν, αλλά που σίγουρα η αρχιτεκτονική έρχεται πάντα σε
μοίρα δεύτερη.
Η κατοικία θα σχεδιαστεί και θα κτιστεί πολύ κοντά στην ακρογιαλιά και το λευκό της
χρώμα θα αποτελέσει έναν τόνο ουδετερότητας στο κτίριο ίσως γιατί έτσι δυνητικά θα
μπορεί να παίρνει όλα τα χρώματα του δειλινού, του πρωινού ή της φουρτουνιασμένης
θάλασσας. Οι επιχρισμένες επιφάνειες κυριαρχούν, αλλά μάλλον στον επισκέπτη αφήνουν μια αίσθηση αμφιβολίας παρά ικανοποίησης.
Λίγο παραπέρα δυο αντιφατικές εικόνες μάχονται στο ποια υπερτερεί της άλλης με μιαν
ανάστροφη πορεία. Η μια σχεδιασμένη τότε, η άλλη τώρα. Η μια μελετημένη και
καλοφινιρισμένη σε όλες της τις λεπτομέρειες, η άλλη εμπνευσμένη από τη φύση, σαν από
εκείνες της εικόνες των «Θεόχτιστων» και των πρόσκαιρων υπαίθριων κατασκευών που
συναντούσαμε παλιά σε παραλίες.
Ένα παιχνίδι «αρχετύπων» εξελισσόταν εμπρός στα μάτια μου και καθιστούσε ευκολότερη
την παρατήρηση αλλά και τη «μεταβολή» της αρχιτεκτονικής κατασκευής. Η μία σύγχρονη
αρχιτεκτονική στα ψηλότερα στρώματα του βράχου ακολουθούσε την παλιά κατασκευή,
όπως το μολύβι του αρχιτέκτονα πατά με σιγουριά στον κάνναβο που χει από πριν
χαράξει…
Ο κάνναβος ήταν ακριβώς εκεί από κάτω. Εκείνη η παλιά κατασκευή. Ραδινά
υποστυλώματα τετράγωνης διατομής υποστήριζαν μεταλλικό στέγαστρο που καλυπτόταν
από καλαμωτή ή από ξύλο. Η σύγχρονη αρχιτεκτονική κοιτούσε την παλιά κατασκευή , όχι
τόσο για να την αντιγράψει αλλά να πάρει της αρχές της. Τα διάφορα «διασκορπισμένα»
κουτιά στον βράχο, δημιουργούσαν τους κλειστούς χώρους της κατοικίας τα οποία όμως
στεγάζονταν πάντα με αυτήν την «πρόχειρη» κατασκευή…
Η ματιά σου σαν έβλεπες δίπλα στη θάλασσα είχε μια γλυκιά νοσταλγία, μια αγάπη για την
ευφυΐα και την κατασκευαστική αρτιότητα των πρόχειρων κατασκευών στην άμμο,
που ακριβώς ήταν η λογική της δοκού επί στύλων, ενώ όταν τα μάτια σου ανασηκώνονταν
διέκρινες μια σύγχρονη έκφραση της δεκαετίας του ’20, έναν σύγχρονο αναχρονισμό,
δοσμένο με χρώματα από το πορτοκαλί του βράχου. Τα υποστυλώματα σε χρώμα γκρι,
γίνονταν ένα με τον αττικό ουρανό κι έτσι οι ραδινές αναλογίες ολοένα και τονίζονταν, σε
αντίθεση με τα κουτιά που ενώνονταν ξεκάθαρα με τα χρώματα του βράχου.

Παραφωνία No1:
Στο τοπίο ένας κύριος καλοντυμένος «προσέχει» από μακριά έναν νεαρό
που έτυχε να βρίσκεται στο βράχο και να αναζητεί νέους προορισμούς για παραλίες, μη
τυχών παραπατήσει.

Παραφωνία No2:
Μια μικρή πινακιδούλα προσοχή ιδιωτικός χώρος απαγορεύεται η
είσοδος.

Πόσο ιδιωτικός μπορεί να είναι ένας βράχος ; Πόσο ιδιωτική μια θάλασσα; Όσο καλή ή
κακή μπορεί να είναι η αρχιτεκτονική όταν δένεται με το ελληνικό τοπίο γιατί θα πρέπει
πάντα να υπάρχουν κάποιοι που μόνο αυτοί και οι παρέες τους θα απολαμβάνουν τούτο το έργο του Θεού;

Η αρχιτεκτονική δεν είναι μόνο να πραγματώνεται καλή. Γίνεται καλύτερη αν ξέρει πού
πατάει.
Έρχεται πάλι στο μυαλό εκείνος ο συμπαθέστατος παππούλης αρχιτέκτων, Louis Kahn και θυμάμαι έλεγε κάποτε “πρέπει να εξετάζουμε όχι μόνο τι θέλουμε να κάνουμε εμείς σε
έναν τόπο, αλλά κυρίως… το τι ο τόπος αυτός θέλει να γίνει κάθε φορά”. Κι αν ο τόπος αυτός δε θέλει να γίνει τίποτε… ;

Όσο καλή κι αν είναι η τέχνη σου κι όσο κι αν θαυμάζω αυτά που κάνεις, είναι φαίνεται
στη φύση σου, να χει κι άλλη μεριά ο βράχος, εκείνη που δεν έχει τόσο φως, κι εκεί, κύριοι
καλοντυμένοι να προσέχουν μήπως «πέσεις» κι έτσι θα ξέρω πως όσο καθαρά κι αν είναι
τα πινέλα που κρατάς, γεμάτα χρώματα και ανταύγειες, κρατάς στο άλλο χέρι πενάκι με
σινική μελάνη μαύρη.

Advertisements

One response to “Η άλλη πλευρά του βράχου

  1. Εκτος απο το υπεροχο κειμενο.πολυ καλα τα λες κ για τις παραλιες,που αστραφτη η θαλασσα πολλες φορες απο τα πολυτιμα μπριγιαν των κυριων,κ οχι απο τον πολυτιμο πλουτο που κρυβη μεσα της η θαλασσα.ΜΠΑΒΟ ΣΟΥ ΛΟΙΠΟΝ!!!!!!!!!

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s