Κυριακάτικα Εξάρχεια

Πάντα κάτι μέσα μου χαμογελούσε μόλις άκουγα τη λέξη Κυριακή. Είχα συνδέσει αυτή τη λέξη με κάτι γιορτινό, λαμπερό, πλούσιο και χαρούμενο. Από τα κυριακάτικα τραπέζια που ετοίμαζε η μάνα μου για ολόκληρη την οικογένεια, έως τις ατελείωτες βόλτες μαζί με τον πατέρα μου, θυμάμαι, στον ΗΣΑΠ, να καθόμαστε να εξερευνούμε πως κινείται ο τροχός πάνω στη ράγα. Και ήταν εκείνη η μέρα, περισσότερο από όλες τις άλλες, που δεν ήθελα να έχει τέλος. Να μη βραδιάσει ποτέ και έρθει η Δευτέρα.
Έτσι φαντάζουν τα Εξάρχεια στη σκέψη μου. Σαν μια γιορτή. Άρχισε καιρό πριν από μας και έχει βάλει τα καλά της να υποδεχτεί στα διάφορα στενά της τον κάθε λογής επισκέπτη. Δεν κάνει εξαιρέσεις και δέχεται τους πάντες.
Τα Εξάρχεια είναι μια γιορτή. Μια γιορτή της Αρχιτεκτονικής. Ένα ιδιόμορφο πλούσιο ψηφιδωτό, που κάθε του ψηφίδα κρύβει μέσα της και μια περίοδο τέχνης. Πολυχρωμία φυσική αλλά και φαντασιακή.
Από τον 19ο έως τον 20ο αιώνα, τα Εξάρχεια δε σταματούν να δίνουν απλόχερα τα στιγμιότυπα της οικοδομικής τους τέχνης. Δεν αργεί να αντιληφθεί κανείς την ομορφιά αυτού του ψηφιδωτού, όταν την ώρα εκείνη που νυχτώνει, περπατά στο κάτω όριο των Εξαρχείων, την Πατησίων, και κοιτάζει την απογυμνωμένη και περίλαμπρη βόρεια πλευρά του Ερεχθείου, που φωτίζεται επιβλητικά και χαρίζει σε κάθε βήμα,¬¬ λίγη από την αίγλη και την αιώνια ομορφιά της κλασικής της τέχνης. Έτσι προσανατολίζεσαι μέσα στην πόλη, στον άξονα Βορρά-Νότου, αφού είναι εκεί η αιώνια πυξίδα, η Ακρόπολη. Και το αεράκι που έρχεται απ’ αυτήν με φόρα πάνω σου, θα συναντηθεί με τη δροσιά του Στρέφη, που σαν από καιρό να είχαν ραντεβού οι αέρηδες. Και ο Άη Γιώργης κι αυτός από ψηλά, απ’ το Λυκαβηττό, να συγκατατάσσεται με τούτη τη μυστική μαγεία.
Η κάθε μια ψηφίδα από το πολυπολιτισμικό μας «παζλ» ξεκινά με τα χρώματα της ώχρας και του κίτρινου που έδωσε ο Λ. Καυτατζόγλου στη σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ, για να στρέψει μια για πάντα προς τη Δύση, τον ελληνικό νεοκλασικισμό του.
Τι οξύμωρο!
Σε τούτο το δωρικό πρόπυλο του Πολυτεχνείου, μπροστά από τις προεξέχουσες κλίμακές του, θα δοθεί διάλεξη από τον πιο Μοντέρνο αρχιτέκτονα του περασμένου αιώνα, γνωστό τότε πια ως Le Corbusier, με τίτλο «Αήρ, Ήχος, Φως» κι έτσι το IV CIAM* θα είναι πλέον γεγονός. Ο ίδιος, λίγο πριν φύγει απ’ την Αθήνα, θα μας χαρίσει τα «συγχαρητήρια» (“compliments de le Corbusier”) του και θα μείνει μια για πάντα το αποτύπωμα του γραφικού του χαρακτήρα με τη φράση «είναι πολύ όμορφη» (“c’ est tres beau”), στην πρώτη πολυκατοικία που θα σχεδιάσει ο νεαρός τότε Κ. Παναγιωτάκος. Η συνεργασία του με το ζωγράφο Σπύρο Παπαλουκά θα δώσει στην όψη της πολυκατοικίας, τις ζεστές σιένες της στο ισόγειο και τα βαθειά της μπλε στο κυρίως σώμα, αλλά η φωνή της Σοφίας Βέμπο δε θα ναι πια εκεί μαζί μας, να ομορφαίνει την πλατεία, με την πλατιά φωνή της.
Όχι όμως μακριά, το πολύχρωμο ψηφιδωτό θα δείξει στην όψη του έργα κλασικά ή κλασικίζοντα, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα, με τα ελιτίστικα θυρώματα των σπιτιών και τις παραστάδες τους να σε καλούν κοντά τους να τα εξερευνήσεις ο ίδιος ανάγλυφα, ακουμπώντας τα δάχτυλά σου, κάτι που δε μπορούν να σου προσφέρουν οι εικόνες. Όλες μαζί οι εποχές η μια δίπλα στην άλλη. Κάθε φορά ξετυλίγεται μπροστά σου και μια άλλη ιστορία, μια άλλη όψη. Όψεις όπως εκείνων των εκλεκτιστικών ή αρνουβίστικων κτιρίων, που θαυμάζει κανείς τη «modénature»** των επιβλητικών προσόψεων με τους καμπυλωμένους και τεθλασμένους θριγκούς, ή τα ζωηρά και ευφάνταστα κιγκλιδώματα να σου αποκαλύπτονται μπροστά σου, γιατί ο ήλιος μας, στον τόπο αυτό, είναι μέρος και συμμετέχει στην αρχιτεκτονικής μας πράξη.
Λίγο αργότερα έναν «μουσικό απόηχο» από τα λόγια και τα κείμενα πάλι του ίδιου του Le Corbusier, θα δούμε να γράφουν πάνω τους οι αρτιφισιέλ σοβάδες των πουριστικών μεσο/μετα-πολεμικών πολυκατοικιών, τεχνική η οποία ανήκει πια στο παρελθόν και που έδινε τη δυνατότητα στον χτίστη, να πραγματώσει ταυτόχρονα και την παρουσία του ως καλλιτέχνης.
Τι όμορφα που προβάλλουν έτσι ξαφνικά αυτά τα έρκερ, επίγονοι μιας παλιάς δικής μας αρχιτεκτονικής – εντόπιας – (σαχνισιά) και τα φινιστρίνια πάλι των πολυκατοικιών εδώ κι εκεί, θυμίζουν ότι η αρχιτεκτονική είναι και αυτή ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι που εκτός των άλλων έχει προορισμό την ικανοποίηση των συνειδητοποιημένων αναγκών μας. Το ταξίδι αυτό θα καλύψει ως «μηχανή κατοίκησης» τις λειτουργικές και οπτικές μας απολαύσεις στην πολυκατοικία του Θ. Βαλεντή και Π. Μιχαϊλίδη με τα μακρόσυρτα παράθυρα να θυμίζουν κάτι από μοντέρνα εργοστάσια της Ευρώπης.
Πάλι ξανά χαμένος στα κυριακάτικα στενά των Εξαρχείων, αφού «ακούσαμε» και «είδαμε» την αρχιτεκτονική, είναι καιρός με την αίσθηση της όσφρησης, να γνωρίσουμε το δέρμα που ντύνει με νοσταλγικό τρόπο τα βιβλία που δε θέλουμε να χάσουμε και θα τα ‘χουμε για πάντα φυλαγμένα. Τα καλλιτεχνικά βιβλιοδετεία πολλά και η τέχνη τους επίσης προς τέρψιν οφθαλμών στους περίεργους περαστικούς όπως εγώ, να στέκομαι ανενόχλητος και να χαζεύω με τις ώρες. Το καθαρό αεράκι που έρχεται από το φυσικό όριο, τον Στρέφη, εκτός από κάποιες πολύ ερωτικές βόλτες, σε κάποια ζευγαράκια που παροδικά περνάνε, δίνει κι έναν αέρα «νησιωτικό». Η διεισδυτική ματιά του K. Frampton για το ζεύγος Αντωνακάκη, στον κριτικό τοπικισμό, θα μας κάνουν να «δούμε» την αρχιτεκτονική του κτιρίου της οδού Μπενάκη, με μια ματιά ανυπομονησίας και αποκάλυψης. Θα κοιτάξουμε να βρούμε το ελληνικό που είναι παντρεμένο με το διεθνές, στα λευκά «κλοστρά» των μπαλκονιών τους μαζί με το ανεπίχριστο σκυρόδεμα του σκελετού.
Η αποκάλυψη δε θα αργήσει να φέρει στο φως την απανταχού απουσία του δημόσιου χώρου, με την ταχύτατη και άνευ ορίων εμπορευματοποιημένη ανοικοδόμηση του ’50 και ’60 κάνοντας χρήση τη δημοφιλέστατη πατέντα και διεθνώς πρώτη – της αντιπαροχής – κι έτσι το παρκάκι της Ναβαρίνου θα αποτελέσει ίσως και τη μοναδική εξαίρεση η οποία θα επιτελεστεί με την αυτενέργεια και μόνο των κατοίκων.
Είναι τα σημεία εκείνα που το όμορφο ψηφιδωτό κρύβει στις άκρες του μαύρες κηλίδες. Κηλίδες, που κάποιοι φαντάζομαι άφησαν σκόπιμα να πέσουν, κι έτσι λερώνεται η τέχνη, γίνονται αποπνικτικοί οι δρόμοι, μαυρίζουν τα στενά. Δεν είναι πια κυριακάτικα τα Εξάρχεια… ξημερώνει Δευτέρα. Είναι οι ίδιες κηλίδες με εκείνες που πέφτουν κάθε μέρα στα πεζοδρόμια από αίμα, κατακόκκινες, ζεστές, που δε σταμάτησαν να στάζουν χρόνια πολλά από αρρώστους, εξαρτημένους, που αργοπεθαίνουν και γίνονται επικίνδυνοι, γιατί εκείνο που δίνει «ζωή» σε αυτούς, στα αλήθεια σπέρνει αργά το θάνατο.
Περιδιαβαίνοντας τον πεζόδρομο της Τοσίτσα ξανάρχεται με έναν τρόπο διαφορετικό στη σκέψη μου, το ερώτημα εκείνο που είχε τεθεί πριν από καιρό, σε ένα επιστημονικό τραπέζι το ’92. Παραφράζοντας τον Σ. Κονταράτο αναρωτιέμαι λοιπόν, αν τα Εξάρχεια με τα λαμπερά τους χρώματα αποτελούν την «περιφέρεια» του ιστορικού κέντρου της Αθήνας που διαρκώς το ανατροφοδοτεί και αντιστρόφως, ή το «περιθώριο» που δέχεται έναν μακρινό αντίκτυπό του, αλλά παραμένει πάντα «το κενό εκείνο της σελίδας δίπλα από το κυρίως κείμενο» του εκάστοτε βιβλίου, γιατί έτσι έχουν αποφασίσει άλλοι.
Το κενό.
Κάποιοι να ζουν, κάποιοι κάθε μέρα να πεθαίνουν.

δημοσιεύτηκε στο travelvoice

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s